Tuesday, October 4, 2016

Ο “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ” ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


Ο “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ” ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
=====

Η έκθεσις του Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου αποτελεί κειμήλιον δια την εκκλησιαστικήν ιστορίαν του μέλλοντος όχι μόνον διότι αναφέρεται εις λεπτομερείας των εσωτερικών διεργασιών της Συνόδου της Κρήτης, αλλά πολύ περισσότερον επειδή εγράφη υπό ευλαβούς Ηγουμένου ενός εκ των 20 ιστορικών Ι. Μονών του Αγίου Όρους, αι οποίαι και σήμερον δίδουν εις τους Ορθοδόξους απανταχού της οικουμένης και οδοδείκτας της ορθής πνευματικής πορείας της Εκκλησίας, αναβλύζοντες τους ποταμούς της Παραδόσεως καθ’ ον μέτρον όμως στοιχούνται προς την αδιάκοπον υπερχιλιετή άσκησιν και βίωσιν της αληθείας του Κυρίου φανερουμένη εις τα πρόσωπα, τας πράξεις και τους λόγους των αγιασάντων Αθωνιτών Πατέρων. Δια τούτο με μεγάλην προσοχήν οφείλει κανείς να μελετήση αυτήν.

Εις την αρχήν της εκθέσεως αναφέρεται ότι η πρόσκλησις του Πανοσ. Καθηγουμένου ήτο «τιμητική-συμβολική» καθώς δεν ανετέθη εις αυτόν κάποια αρμοδιότης. Μας λυπεί αυτό ιδιαιτέρως, διότι το πλήρωμα της Εκκλησίας ανέμενε το Άγιον Όρος να έχη βαρύνοντα ρόλον και ευθύνην δια το γεγονός της Συνόδου, η οποία διεκδικεί κατά τους συγκαλέσαντας αυτήν οικουμενικόν κύρος. Επομένως, η πρόσκλησις και εν συνεχεία ο παροπλισμός του Ηγουμένου μάλλον εντάσσεται εις το γενικόν πλαίσιον της Συνόδου, όπου υπήρχαν αντιπρόσωποι, όμως απεφάσισαν οι Προκαθήμενοι. Αν συνυπολογίση κανείς ότι την ιδιότητα του συμβούλου είχε και η Πανοσ. Καθηγουμένη της Ι. Μ. Χρυσοπηγής καθώς και η συνεργασθείσα με την CIA Καθηγ. κ. Ελισάβετ Προδρόμου, μάλλον συμπεραίνει ότι κάθε άλλο παρά τιμητική ήτο η προσκλησις εις το Άγιον Όρος, το οποίον δι’ αυτής υπεβιβάσθη εις ένα φορέα ως κάθε άλλος. Ο π. Τύχων μετέβη μεν ως Ηγούμενος του ζώντος φρονήματος του Αγίου Όρους επέστρεψε δε ως υποτακτικός των κελευσμάτων προσαρμογής της Ορθοδόξου ζωής εις τα μέτρα των σημερινών Επισκόπων. Η αβρότης των Επισκόπων έναντι του Αγίου Όρους, την οποία διεπίστωσεν, εις τας συνομιλίας του, εμάλαξε την Αγιορειτικήν ακρίβειαν. Τοσούτον μάλιστα, ώστε να παραβλέπεται το γεγονός ότι ήτο φανερή «η αδυναμία τινών εξ αυτών να συλλάβουν και να εκφράσουν διακριτικά και επίκαιρα τον θεολογικόν λόγον, καθώς και η έντονη επήρεια τινών εκ του κοσμικού φρονήματος»! Διερωτώμεθα αν η σχετικοποίησις της Ορθοδόξου Πίστεως τυγχάνει πάντοτε εμπρόθετος η μήπως πολλάκις προέρχεται εκ της αλλοτριώσεως από το κοσμικόν φρόνημα; Αν κάποιος Επίσκοπος αρνείται εις τα λόγια την σχετικοποίησιν είναι ασύνηθες εις την πράξιν να πορεύεται διαφορετικώς; Δεν είμεθα της γνώμης ότι τα εχέγγυα παρέχει εις αυτό η ομόφωνος καταδίκη της ουνίας, καθώς αυτή ευρίσκεται ήδη από παλαιοτέραν Σύνοδον καταδεδικασμένη.

Αναγινώσκομεν εις την έκθεσιν ότι «η όλη πολεμική» εναντίον της Συνόδου είναι «απαράδεκτος και άνευ ουδενός ερείσματος» διότι τα επιχειρήματα στηρίζονται εις «υπόνοιες και στις υποψίες». Άγιοι ως ο Ιουστίνος Πόποβιτς κ.α. έπεφταν τόσον έξω; Οι ένδεκα Μητροπολίται που ηρνήθησαν να συμμετάσχουν εις την Σύνοδον παρεσύρθησαν; Οι Ιεράρχαι που δεν υπέγραψαν κάποια εκ των κειμένων είναι ανίδεοι; Καθηγηταί ως ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο κ. Δ. Τσελεγγίδης κ.α. τυγχάνουν απαίδευτοι; Ποία επιχειρήματα δεν ευσταθούν; Μήπως ότι είναι η πρώτη φορά εις την δισχιλιετή πορείαν της Εκκλησίας κατά την οποίαν αφηρέθη η ψήφος από τους Επισκόπους, είναι συκοφαντία; Μήπως είναι συκοφαντία ότι οι παρόντες Επίσκοποι παρεβίασαν την εντολήν που έλαβαν από το σύνολο της τοπικής τους Ιεραρχίας; Μήπως δεν ισχύει ότι αι Αυτόνομαι Εκκλησίαι εξεπροσωπήθησαν μόνον εκ των Προκαθημένων τους αντιθέτως προς την εκκλησιολογίαν; Μήπως ο ίδιος ο Παν­οσιολογιώτατος δεν γράφει ότι δια του κειμένου περί του γάμου ηνοίχθη δυνατότης δια δεύτερον γάμον εις τους κληρικούς; Αυτά όλα και άλλα πολλά «άτινα εάν γράφηται καθ’ εν, ουδέ αυτόν οίμαι χωρή­σαι» εις δεκάδας τόμους χαρακτηρίζονται ως συκοφαντικαί κατηγορίαι; Εις την έκθεσιν όμως γίνεται εμμέσως επίκλησις των «τόσων Ορθοδόξων Αρχιερέων» οι οποίοι μετείχαν. Να υπενθυμίσωμεν ότι αυτοί έφθασαν μόλις τους 160, ολιγώτεροι και από αυτούς της Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, η οποία είχε συγκληθή ως τοπική και όχι «Μεγάλη», αποτελούν δε μόλις το 1/6 των Ορθοδόξων Επισκόπων!

Εις την συνέχειαν της εκθέσεως δίδεται αναφορά περί ενός εκάστου των κειμένων. Δια το κείμενον περί της «αποστολής της Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον» αναφέρονται απλώς άνευ ιδιαιτέρων σχολίων αι προσθαφαιρέσεις. Δια το κείμενον αυτό όπως και δια τα υπόλοιπα υπάρχουν εξαντλητικαί μελέται, τας οποίας δεν προτιθέμεθα να επαναλάβωμεν. Θα αρκεσθώμεν μόνον να θέσωμεν το ερώτημα, το οποίον αν και διαλανθάνη της προσοχής είναι θεμελιώδες: Υπήρχεν ανάγκη, ώστε η Εκκλησία να συναχθή δια να καθορίση εκ νέου την «αποστολήν της εις τον σύγχρονον κόσμον»; Οφείλει να μεταβληθή η αποστολή της Εκκλησίας εις το παραμικρόν μετά από δύο χιλιάδας έτη; Ήτο ασυγχρόνιστος με την εποχή της; Δια πόσα έτη συνέβαινε αυτό;! Μήπως αυτό δεν ήτο και το σύνθημα της Β΄ Βατικανῆς; Αν το κείμενον διετύπωσε νέα πράγματα, τότε έως τώρα ήτο παρωχημένη η Εκκλησία, αν επανέλαβε τα ίδια τότε προς τι η επαναβεβαίωσις; Δια πρόκλησιν εντυπώσεων; Δια να γραφή ένα κείμενον «εκθέσεως ιδεών»; Η μήπως ήτο επιτακτική ανάγκη Συνοδος να συμπεριλάβη, ως και έπραξε, τας «γενετικάς αλλαγάς», τον ρατσισμόν «των φύλων» και τα «μέσα ενημερώσεως» εις την αποστολήν της;

Δια το κείμενον δια την «Διασποράν» τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους. Ενημερωνόμεθα ότι ελέχθη ποίον είναι το «κανονικώς ορθόν», όμως  η Σύνοδος κατέληξεν εις «ενδιάμεσον λύσιν». Τι τελικώς είναι η λύσις αυτή; Οικονομία η αντικανονικότης; Υπάρχει οικονομία εις δογματικά ζητήματα η πρόκειται απλώς δια διοικητικόν θέμα; Θα ηδύνατο δηλαδή η δομή της στρατευομένης Εκκλησίας να έχη και ετέραν μορφήν; Εις ποίον ιστορικόν προηγούμενον εστηρίχθη η Σύνοδος δια την απόφασιν; Εις αυτά τα ερωτήματα τα οποία είναι ουσιώδη οφείλουν να δώσουν όσοι συμμετείχαν εις την Σύνοδον –και οι σύμβουλοι- κρυσταλλίνην απάντησιν. Δυστυχώς, η Σύνοδος αδυνατούσα να δώση λύσιν εποίησε δύο και πονηρά: επεκύρωσε συνοδικώς την ανωμαλίαν (δηλ. εσχετικοποίησε την Κανονικήν παράδοσιν) και προέτεινεν αυτήν δια καθολικήν αποδοχήν, διότι «πρέπει να είμεθα πραγματισταί», ως εδήλωσεν Ιεράρχης (δηλ. εισήγαγε την εκκοσμίκευσιν: ότι το κριτήριον της αναγκαιότητος υπερβαίνει το κριτήριον της φύσεως της Εκκλησίας).

Εις το ζήτημα του «Αυτονόμου» αφιερώνονται μόλις τρεις γραμμαί! Αγνοείται τελείως, ώστε να επισημανθή, ότι εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν δεν υπήρξαν Αυτόνομοι Εκκλησίαι. Ο «θεσμός» εδημιουργήθη εις τα νεώτερα έτη λόγω δυσλειτουργίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις το διοικητικόν πεδίον και κατ’ επίδρασιν οθνείων αντιλήψεων. Δεν υπήρχον ουδέποτε υπάλληλοι σχέσεις μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών! Όμως και αυτό το επεκύρωσεν η Σύνοδος αποδούσα μάλιστα προσωπικώς και όχι συνοδικώς εις τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως το δικαίωμα, που ποτέ προηγουμένως δεν κατείχε, να αποφαίνεται εις διενέξεις Αυτοκεφάλων Εκκλησιών δια μίαν Αυτόνομον Εκκλησίαν!

Το κείμενον περί «γάμου» κρύβει ένα από τα πιο προκλητικά γεγονότα της Συνόδου. Ο Ηγούμενος της Ι. Μ. Σταυρονικήτα αποδέχεται με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι αι μεταβολαί εις το κείμενον «δίδουν το δικαίωμα δια υποψίαν τινά αλλαγής της στάσεως της Εκκλησίας»! Τελικώς μετετοπίσθη εν δυνάμει έστω και ελαχίστως η παράδοσις της Εκκλησίας; Μήπως επιβεβαιούνται τώρα αι «συκοφαντίαι»; Ακατανόητη τυγχάνει η φράσις «ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθή η διατύπωσις αυτή από οποιονδήποτε δια την καταστρατήγησιν» των Ι. Κανόνων! Επαφίεται πλέον εις τον καθένα η ερμηνεία της και εμείς θα ελπίζωμεν ότι δεν θα το πράξη; Ευρίσκουν ισχυρόν έρεισμα, συνοδικά επικυρωμένον, όσοι κληρικοί επιθυμούν να τελέσουν δεύτερον γάμον; Όποιος επικαλεσθή το κείμενον αυτό η απάντησις θα είναι ότι πρέπει να συνέλθη επομένη Σύνοδος, δια να το διευκρινίση; Ανοίγωμεν με ελαφράν την καρδίαν περιπετείας δια την Εκκλησίαν… Ούτε όμως δια τους μεικτούς γάμους λαμβάνει θέσιν ο π. Τύχων. Τους αποδέχεται; Συμφωνεί η παράδοσις του Αγίου Όρους εις αυτό; Παρακαλούμεν δι’ απάντησιν!

Δια το κείμενον περί «νηστείας» το πρόβλημα επισημαίνεται εις την «επιπολαιότητα», ως αναφέρεται, ελαχίστων Επισκόπων. Δι’ εν τόσον «μεγάλο» γεγονός επιτρέπεται η επιπολαιότης και μάλιστα από Επισκόπους; Δια τας ενστάσεις έναντι της Συνόδου οι προσδιορισμοί ήσαν βαρύτατοι εις την έκθεσιν, όμως δια την επιπολαιότητα των Επισκόπων ευρέθησαν ευκόλως αι απαλύνουσαι αυτήν χαρακτηρισμοί (ρητορική δεινότητα, άγνοια, αγαθότητα κ.λπ.). Ποίον είναι δεινότερον η αυστηρά κριτική, η επισκοπική επιπολαιότης η μήπως η υστερόβουλος κολακεία; Δύο εκ των Επισκόπων, οι οποίοι δι’ άγνωστον λόγον(;) δεν κατονομάζονται, εζήτησαν την μείωσιν της νηστείας. Ποίος νους θα ηδύνατο να διανοηθή ότι υπάρχουν ακόμη υπολείμματα υποστηρικτών των θέσεων του Μ. Μεταξάκη, ο οποίος όταν εσχεδίαζε την Συνοδον αυτήν, επεθύμει την τροποποίησιν της νηστείας. Αν ευρέθησαν έστω και δύο να υποστηρίζουν αυτάς τας θέσεις παρά το γεγονός ότι είχον μεσολαβήσει προ ετών αι αντιδράσεις του Αγίου Όρους δια το κείμενον της νηστείας, ώστε να ευρεθή εις την σημερινήν του μορφήν, τι θα είχε συμβή αν δεν είχαν λάβει χώραν ποτέ; Μήπως και «οι υπόνοιες και υποψίες», ως αρνητικώς εχαρακτηρίσθησαν αι αντιδράσεις των συγχρόνων, μήπως δεν συνεκράτησαν την Σύνοδον από τα χειρότερα;

Αλγεινήν εντύπωσιν προκαλεί η στάσις του Σεβ. Περγάμου, ο οποίος κατεφέρθη «με άκρως υποτιμητικόν και περιφρονητικόν τρόπον» κατά του Αγίου Όρους. Πως ανέχεται η Ι. Κοινότης να υβρίζεται η χιλιετής πορεία των Αγίων του μοναδικού εις τον κόσμον περιβολίου της Υπεραγίας Θεοτόκου; Υπήρξεν όμως μεγαλυτέρα προσβολή από την λεκτικήν: συμφώνως με μαρτυρίαν του Σεβ. Ναυπάκτου τελικός κριτής των κειμένων ήτο ο Σεβ. Περγάμου, εκμαγείον της θεολογίας του οποίου κατέστησε τας αποφάσεις. Η Ι. Κοινότης ανέχεται την προσβολήν του Άθωνα, θα ανεχθή και την διαβολήν της Ορθοδόξου θεολογίας από την αποκλίνουσαν «ζηζιούλιαν» θεολογίαν; Όμως δεν εξέπληξε κανένα η στάσις του, διότι όπως μετέδωσεν από τας στήλας του ο Ο.Τ., δις κατά συνέντευξιν τύπου αι τοποθετήσεις του εκπροσώπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως π. Ιωάννου Χρυσαυγή ήσαν εξίσου υποτιμητικαί δια το Άγιον Όρος. Το ίδιον επίσης υποτιμητική ήτο και η στάσις του Πατριάρχου ότε εζητήθη ο λόγος υπό του Ηγουμένου της Σταυρονικήτα. Η δικαιολογία ότι δεσμεύεται από τον κανονισμόν είναι ανήκουστος. Δεν ενεθυμήθη ότι εις Οικουμενικήν Σύνοδον, την Έκτην, ικανοποιήθη παράλογον αίτημα μοναχού, διότι οι Πατέρες όντως Πνευματοκίνητοι έπραξαν κατά το Αποστολικόν ότι εξ ανάγκης «και μετάθεσις νόμου γίνεται»!

Δια το κείμενον περί των διαχριστιανικών σχέσεων καιρία κατά την έκθεσιν ήτο η συμβολή του Πατριάρχου Ρουμανίας, ο οποίος είναι γνωστός «εν τη Ιουδαία»… Το ενδιαφέρον έλκει περισσότερον ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος επαινείται τελευταία δια την υποδειγματικήν προεδρίαν της Συνόδου, υπεχώρησε και συνετάχθη πλήρως με τον Σεβ. Περγάμου παρά τας διαφωνίας των Εκκλησιών! Δεν επιθυμούμε να εικάσωμεν τι θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχαν ισχυραί αντιδράσεις (ιδού δι’ άλλην μία φοράν ωφελούν). Όμως παρά το γεγονός ότι υπήρχαν τρεις λύσεις (ονομασία των ετεροδόξων ως Εκκλησιών, απάλειψις του όρου Εκκλησίαι και αναβολή του ζητήματος δι’ επομένην Σύνοδον) επελέγη η πρώτη! Ενώ είχε την δυνατότητα η Σύνοδος με τας δύο λύσεις να οικοδομήση γεφύρας με τους αντιοικουμενιστάς επελέγη η πρώτη, η οποία προφανώς μοναδικόν σκοπόν είχε να ικανοποιήση τους ετεροδόξους! Η τελική διατύπωσις, παρά την άποψιν της εκθέσεως ότι είναι ιστορική και κοινωνιολογική (ως η Σύνοδος να είναι επιστημονικόν όργανον) έχει επιβεβαιωθή από συγγραφάς οικουμενιστών ότι αναγνωρίζει τους ετεροδόξους ως Εκκλησίας. Άλλωστε, είναι δυνατόν θεολογικώς να υπάρξη διάστασις μεταξύ ιστορίας και πραγματικότητος; Επιπλέον θα ηδύνατο η Σύνοδος να συμπληρώση απλώς έξι λέξεις, αλλά δεν το έκανε: «οι ετερόδοξοι δογματικώς δεν είναι Εκκλησίαι».

Ο π. Τύχων ισχυρίζεται ότι με την αλλαγήν κάποιων διατυπώσεων δεν αποδίδεται το έργον ενότητος των Χριστιανών εις το ΠΣΕ, αλλά μόνον η προώθησις της ειρήνης και η αντιμετώπισις των κοινωνικών προκλήσεων. Πέραν από το γεγονός ότι ακόμη και αυτά τα ζητήματα άπτονται της πνευματικότητος, η οποία διαφέρει εις την Ορθοδοξίαν και εις τας αιρέσεις, το ότι η Σύνοδος προσδιώρισεν έτσι το ΠΣΕ δεν σημαίνει ότι εις το εξής το ΠΣΕ θα παύση να αυτοπροσδιορίζεται ως θεσμός προωθήσεως της «ενότητας» και οι μετέχοντες εις αυτό θα το αποδέχωνται. Επομένως, αντί να διορθωθή η ρίζα του προβλήματος, δηλ. να απορριφθή η συμμετοχή εις το ΠΣΕ, θέτομεν την κεφαλήν μας εις το χώμα, ως ποιεί η στρουθοκάμηλος.

Το περιστατικόν Αρχιερέως που κατεφέρθη εναντίον της αδιαψεύστου αρχής ότι και πρόσωπον και όχι μόνον Σύνοδος δύναται να ορθοτομή, αποτελεί την επιβεβαίωσιν ότι πολλοί εκ των συμμετεχόντων Επισκόπων έχουν αλλοτριωθή εκ του κοσμικού φρονήματος, αποφασίζουν όμως δι’ όλην την Εκκλησίαν! Ο Ο.Τ. είχε γράψει ότι ένας από τους λόγους, δια τους οποίους δεν έπρεπε να συγκληθή η Σύνοδος αυτή είναι ότι κανείς εκ των συμμετεχόντων δεν διεκρίνετο δια την αγιότητά του.

Όσον αφορά την προσθήκην με αναφοράν περί της «καθολικού κύρους Συνόδου», η έκθεσις υπονοεί ότι επρόκειτο δια διασφάλισιν της Παραδόσεως. Η άλλη ανάγνωσις όμως, η χρήσιμος δια τους οικουμενιστάς, είναι η διασφάλισις ότι η παρούσα Σύνοδος είναι και αυτή μέρος των «καθολικού κύρους Συνόδων». Δεν είναι τυχαίον ότι οι εκπρόσωποι τύπου και άλλοι Ιεράρχαι επανελάμβαναν συνεχώς περί της Συνόδου της Κρήτης ότι «οι Πατέρες της Συνόδου» και άλλας παρομοίους εκφράσεις, δια να υποβάλουν παντού την ιδέαν ότι πρόκειται δια μίαν Σύνοδον, ως εκείναι εις τας οποίας μετείχον Άγιοι και ωρθοτόμησαν δια δογματικά ζητήματα, παρά το γεγονός ότι η παρούσα Σύνοδος εις ουδέν δεν ωμοίαζε προς αυτάς.


Ο Άγιος Καθηγούμενος κατακλείει την έκθεσιν με την βεβαιότητα της επιτυχίας αυτής της Συνόδου. Δεν τον στενοχωρούν αι αποτειχίσεις; Δεν τον προβληματίζουν αι διακοπαί μνημοσύνων; Δεν αγωνιά δια την στάσιν των Πατριαρχείων που απουσίασαν; Μέλημα όλων θα έπρεπε να είναι η ενότης της Εκκλησίας και όχι η ρήξις με όσους διαφωνούν δια των προκλητικών εκφράσεων περί «προσυνοδικών ψευδολογιών και ανυποστάτων φόβων». Αλλά όταν μέλημα καθίσταται το πως θα είμεθα ευάρεστοι εις την προϊσταμένην μας αρχήν, τότε λησμονούμεν ότι εικών του Θεού είναι κάθε αδελφός.

ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ

Του Στέλιου Παπαντωνίου
=====

Στριμωγμένοι στο κρανίο
Αναποδογυρισμένου Ίκαρου
Δεν τον άφηναν
Σαράντα δύο χρόνια
Να κοιμηθεί.

Τώρα η μετακομιδή,
Ζυμωμένη με το χώμα
Της ελιάς, της τερατσιάς

Και το προδομένο δάκρυ.

ΠΗΓΗ:


Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΕΙΣΑΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ


ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ-ΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΓΙΑ ΤΗ «ΣΥΝΟΔΟ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
(῾Υπογράφεται καὶ ἀπὸ ὅσους συμφωνοῦν)

5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς Πανθρησκείας εἰσάγεται καὶ στὰ σχολεῖα.

Ἤδη ἡ ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ καταδικάσει τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ νὰ ἀποφασίσει τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» εἶχε τὸν πρῶτο πικρὸ καρπό της. Νὰ καταργηθεῖ τὸ ὁμολογιακὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ ὀρθόδοξη διαπαιδαγώγηση τῶν Ἑλληνοπαίδων, καὶ νὰ εἰσαχθεῖ ἡ οἰκουμενιστικὴ θρησκειολογία. Ὅταν στὶς περισσότερες μητροπόλεις καὶ ἐνορίες δὲν ἀκούγεται τίποτε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων, ὅταν πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι προσφέρουν ὡς δῶρο τὸ «ἱερό» κοράνιο καὶ συμπροσεύχονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀλλοθρήσκους, ὅταν στὶς Θεολογικὲς Σχολές, τῇ συνηγορίᾳ καὶ ἐπισκόπων, εἰσάγεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, ὅταν οἱ πρωτεργάτες τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογία συνεργάζονται μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ πολλὲς μητροπόλεις, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸν ἄθεο Ὑπουργὸ Παιδείας ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους μέχρι σήμερα δὲν ἀντιδροῦσαν ἀλλὰ ἐνεθάρρυναν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὰ πράγματα.

Πάντως ἔστω καὶ καθυστερημένα εἶναι ἀξιέπαινη ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀρχιεπισκόπου καὶ πλείστων ἄλλων ἀρχιερέων, ἰδιαίτερα ἡ συντριπτικὴ καὶ ὁμολογουμένως ἀκαταμάχητη ἐπιχειρηματολογία τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στὴν ἱστορικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρωθυπουργὸ κ. Τσίπρα, στὴν ὁποία ἀποδεικνύει τὴν ρατσιστικὴ κακομεταχείριση τῆς Μητέρας τοῦ Γένους Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν προνομιακὴ μεταχείριση στὴν ἐκπαίδευση τῶν Παπικῶν, τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ὅπως ἐπιθυμοῦν οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
῾Η «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» γνωρίζει ὅτι καὶ παλαιὰ καὶ πρόσφατα πολλοὶ ἀρχιερεῖς εἶχαν ζητήσει τὴν συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ἂν καθυστερήσουμε καὶ σὲ αὐτὸ τὸ καθαρὰ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο, στὶς ἐκκλησίες μας θὰ γίνει ὅ,τι καὶ στὰ σχολεῖα. Θὰ γεμίσουν ἀπὸ Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὄχι καὶ ἀπὸ Ἑβραίους, Μουσουλμάνους, Βουδιστὲς καὶ ἄλλους. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἔκανε τὸ πρῶτο καλὸ βῆμα πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, ὅπως ἐκτιμᾶ ὁ πάπας Φραγκῖσκος. Θὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε; Φυσικὰ ὄχι, διότι εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση καὶ πρός τὴν Ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία καὶ διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων, παλαιῶν καὶ νέων.

Μετὰ σεβασμοῦ καὶ τιμῆς,

Γιὰ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου
Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγ. Μετεώρου

Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς

Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου
Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος, Ἄνω Γατζέας Βόλου

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Σύμβουλος)

Σεπτέμβριος 2016

  
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν μικρὴ αὐτὴ κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νὰ τὸ δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μὲ τὴν Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ - Ὁμολογία γιὰ τὴ “Σύνοδο” τῆς Κρήτης καὶ προσυπογράφω». Νὰ ἀποστείλουν δὲ τὴν δήλωση μὲ τὸ ὄνομά τους, τὴν κληρική, μοναστικὴ ἢ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα καὶ τὸν τόπο κατοικίας σὲ μία ἀπὸ τὶς παρακάτω διευθύνσεις:
• Ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον» Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη


• Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «Φώτης Κόντογλου» Τ.Θ. 107, 421 32 Τρίκαλα

ΠΟΙΑ Η ΧΡΕΙΑ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ, ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΠΕΙ Ο π. ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ;


ΠΟΙΑ Η ΧΡΕΙΑ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ, ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΠΕΙ Ο π. ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ; 

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

«Και αυτό ακόμα το Μοναστήρι που κατοικούμε μέσα, είναι δημόσιο κτήριο και μας φιλοξενεί, αν αυτό γίνει η αιτία να μας παραβιάζει το καθήκον θα το κάψομεν εμείς με τα χέρια μας, βέβαια θα το εξολοθρεύσομεν. Τι χρειάζεται, εντός ολίγου στοιχεία καυσόμενα λυθήσονται, εντός ολίγου ανακαινίζεται το σύμπαν» - Αυτά ανέφερε σε ομιλία του ο π. Ιωσήφ Βατοπαιδινός, στην ιστοσελίδα που επιγράφεται ΙΕΡΑ Μ. ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, www.vatopedi.gr  και που προβάλλεται σε βίντεο που τιτλοφορείται ‘’Όταν ο άνθρωπος φθάσει την αγάπη, τότε ζει μέσα του ο Θεός’’. Αναπαύει η αναφορά, ‘’αν αυτό γίνει η αιτία να μας παραβιάζει το καθήκον θα το κάψομεν εμείς με τα χέρια μας, βέβαια θα το εξολοθρεύσομεν. Τι χρειάζεται’’;

Προφανώς λέγοντας ‘’εντός ολίγου στοιχεία καυσόμενα λυθήσονται’’, αναφέρεται στα λόγια του Αποστόλου Πέτρου «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται» (Β΄Πε. 3,10). Αναπαύει τέτοιος παραλληλισμός; Αναπαύει τέτοια αναφορά; 

Επίσης στην ίδια αυτή ομιλία αναφέρει τα εξής: «Κι έφθασε σε τόση αγάπη η απόλυτος έννοια του Θεού, ούτως ώστε να θυσιάσει τον Μονογενή του Υιό για τη σωτηρία του ανθρώπου….Έρχεται λοιπόν τώρα ο τρόπος, πρώτον με δια του αίματός του πληρώνει τη δική μας ενοχή, της ιδικής μας παραβάσεως, μετά φοράει τη δική μας φύση, προσποιείται το ρόλο του μετανοούντος και μας δείχνει πρακτικά τον τρόπο της επιστροφής». Για πολλοστή φορά αναφέρεται στην  περί πληρώσεως της ενοχής θέση. Δια της συνεχούς προβολής της θέσης τούτης, έγινε μάθημα συστηματικής διδασκαλίας.

Τι άλλο παραπέμπει η αναφορά «πρώτον με δια του αίματός του πληρώνει τη δική μας ενοχή, της ιδικής μας παραβάσεως», εκτός από τη δικαιϊκή θεώρηση τόσο της αμαρτίας, όσο και της σωτηρίας; Αυτή η αναφορά  από μέρους του π.  Ιωσήφ Βατοπαιδινού, έχει γίνει με διαφορετικό λεκτικό, αλλά με την ίδια σημασία και άλλες φορές σε βίντεο αναρτημένα στο διαδίκτυο. Η περί πληρώσεως της ενοχής θέση, αποτελεί ένα από τους τρεις θεολογικούς λόγους της ανσέλμειας δικαιϊκής θεώρησης. Ποιά η χρεία της προβολής τέτοιας θέσης; 

Όσον αφορά την άτοπο αναφορά του «προσποιείται το ρόλο του μετανοούντος και μας δείχνει πρακτικά τον τρόπο της επιστροφής», αναφέρομε τον λόγο του Αποστόλου Πέτρου, «υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Α΄ Πέτρ. 2,21). Δεν έχει υποδυθεί το ρόλο του μετανοούντος, όπως αναφέρει η απαράδεκτη αναφορά του π. Ιωσήφ Βατοπαιδινού. Αυτή η αναφορά δεν είναι η πρώτη φορά που λέγεται από τον π. Ιωσήφ Βατοπαιδινό. Σε άλλη παρόμοια αναφορά του επίσης αναρτημένη από την ιστοσελίδα αυτή, προσθέτει και το απαράδεκτο ότι «Ο Χριστός κατέβηκε φοράει τη διεφθαρμένη φύση που διεφθείραμε να την ανακαινίσει, υποδύεται το ρόλο του μετανοούντος, μπαίνει στο πρακτικό τρόπο της επιστροφής και μας υποδεικνύει πως να γυρίσομε πίσω».

Στο κεφάλαιο «Περί φθοράς και διαφθοράς» ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι ήταν «φθαρτό το σώμα του Κυρίου φαμέν» ως «ομοούσιον ημίν» και όχι διεφθαρμένο. Στο κεφάλαιο «Για τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη» ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επεξηγεί: «Ομολογούμε δε, ότι πάντα τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου ανέλαβεν.  Όλον τον άνθρωπον και πάντα τα του ανθρώπου ανέλαβε πλην της αμαρτίας». Δεν «φόρεσε τη διεφθαρμένη φύση που διεφθείραμε», όπως αναφέρει ο π. Ιωσήφ Βατοπαιδινός, και αδιακρίτως προβάλλονται οι αναφορές του αυτές χωρίς καμιά απολύτως ανασκευή.   

Είναι αυτά σύμφωνα με την Πατερική μας διδασκαλία, αυτές οι αναφορές;  Γιατί να προβάλλονται τέτοιες απαράδεκτες αναφορές; Ούτε φυσικά μας παρασύρει ο  αυτοϊσχυρισμός του π. Ιωσήφ Βατοπαιδινού που είπε ότι «ο  ίδιος ο Θεός Λόγος μας έβαλεν μέσα εις τον δρόμον της Πατερικής ορολογίας.  Δεν αρνούμαι τίποτα, μας έδωσεν την ικανότηταν να γράψομεν με λεπτομέρειαν όλην την Πατερικήν ορολογίαν… ». Είναι φρόνιμο λοιπόν να αφαιρούνται οι άτοπες αναφορές εφόσον καμιά ανασκευή δεν γίνεται.

Ο ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑΣ ΚΛΕΟΠΑΣ ΣΤΗΝ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ» ΑΝΤΙΕ


Ο ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑΣ ΚΛΕΟΠΑΣ ΣΤΗΝ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ» ΑΝΤΙΕ

Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού
=====

Όπως πληροφορούμαστε από τη «Ρομφαία», ο μητροπολίτης Σκανδιναβίας (του κλίματος του Οικουμενικού Θρόνου) κ. Κλεόπας παρέστη, στις 27 λήξαντος μηνός, στην έναρξη της «συνόδου» της Σβένσκα Κύρκαν, ήτοι των Λουθηρανών Προτεσταντών της Σουηδίας, στην πόλη Ουψάλα. Τοιουτοτρόπως ο Σεβασμώτατος μετέβη στην έδρα της Σβένσκα Κύρκαν, όπου στην «αρχιεπισκοπή» η ερίτιμος κυρία Άντιε Γιάκελεν, «αρχιεπίσκοπος» των Λουθηρανών της Χώρας, παρέθεσε επίσημο γεύμα στο οποίο παρεκάθισε. Φυσικώ τω λόγω μετέβη κατόπιν και στο λουθηρανικό καθεδρικό ναό όπου παρακολούθησε τη λουθηρανική ακολουθία που τέλεσε η «αρχιεπίσκοπος». 

Σε μια από τις φωτογραφίες που παρατίθενται ο Σεβασμιώτατος ποζάρει, μαζί με την «αρχιεπίσκοπο» κυρία Γιάκελεν, που φέρει λευκή αμφίεση και κρατά σφυρί δικαστικό ανά χείρας και μια άλλη κυρία με μαύρη αμφίεση και σταυρό, προφανώς «επίσκοπο». Παρίσταται επίσης μια άλλη κυρία με μαύρο ταγιέρ, ένας κύριος με γραβάτα κι ένας άλλος κύριος με σταυρό στο στήθος, ενώ ένας Μονοφυσίτης «επίσκοπος» συμπληρώνει το φωτογραφικό στιγμιότυπο. 

Οι Σουηδοί Λουθηρανοί έχουν ήδη αποκτήσει από το 2009, την πρώτη δεδηλωμένη λεσβία «επίσκοπο», την κ. Έβα Μπρούννε, που εδρεύει στη Στοκχόλμη. Η οικουμενιστική αυτή ασχημία δηλώνει ξεκάθαρα πως για το Σεβασμιώτατο, κι αυτούς που προωθούν τα ανωτέρω τερτίπια,  υπάρχουν μηδενικά προβλήματα με τις συμπροσευχές με προχωρημένους αιρετικούς, που έχουν αφήσει πολύ πίσω τους τη «Μεταρρύθμιση», το Λούθηρο και το Sola Scriptura, που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για το τι δηλώνει απεριφράστως ο λόγος του Θεού περί ομοφυλοφιλίας. 


Οι Σουηδοί Λουθηρανοί είναι από καιρό εντεταγμένοι στο «Π.Σ.Ε». Μ’ αυτούς τους αιρετικούς, που σχεδόν 500 χρόνια μετά το Λούθηρο, τον έχουν σχεδόν εγκαταλείψει, αποπειρώνται να συνεννοηθούν οι ημέτεροι οικουμενιστές!!! Ως γνωστόν, στο Κολυμβάριο τους έχουν εντάξει πλέον στις «ετερόδοξες Εκκλησίες» κι επιμένουν, από την άλλη, ότι βρίσκονται στο σωστό δρόμο!!!

Monday, October 3, 2016

ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ!


ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ!

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Η “Σύναξις κληρικών και μοναχών” εξέδωσε ανακοίνωση -την οποία αναδημοσιεύουμε σε συνέχειες- αναφορικά με τη Σύνοδο της Κρήτης με την οποία αναδεικνύει ευσύνοπτα αλλά με μεγάλη επιτυχία τα προβληματικά στοιχεία της εν λόγω Συνόδου.

Με αυτό το σημείωμα θέλουμε να επισημάνουμε μόνον μια σκοπιά που χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Συγκεκριμένα η αναφορά στη διακοπή του μνημοσύνου ως αντίδραση στη Σύνοδο της Κρήτης είναι ελλιπής.

Δεν κάνει καμία αναφορά για τη διαφορά ανάμεσα στη διακοπή μνημοσύνου και στη διακοπή μνημοσύνου με ακοινωνησία.

Και εξηγούμαστε. Ένα πράγμα είναι η διακοπή μνημοσύνου και διαφορετικό πράγμα είναι η επιβολή της ακοινωνησίας. Το πρώτο είναι μεν κανονικό δικαίωμα των πιστών, αν και υπό τις παρούσες συνθήκες αντενδείκνυται ως ποιμαντικά ασύμφορο. Η ακοινωνησία, όμως, δηλαδή η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με όλη την Εκκλησία είναι καθαρό σχίσμα.

Με αυτά τα δεδομένα η “Σύναξις Κληρικών και μοναχών” επιβάλλεται να επανέλθει και να δώσει τις αναγκαίες συμπληρωματικές εξηγήσεις ώστε να μην αφήνει -άθελά της δεν αμφιβάλλουμε- περιθώριο να νομιστεί ότι ενθαρρύνει τη δημιουργία σχισμάτων.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΣΧΗΜΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΣΟΥΗΔΙΑΣ ΚΛΕΟΠΑ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΕΣ ΑΣΧΗΜΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑΣ ΚΛΕΟΠΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΩΝ ΛΟΥΘΗΡΑΝΩΝ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ.

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ - “ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΩ


ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ - “ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ"
=====

Ἡ Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν, τήν Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016 πραγματοποίησε ἡμερίδα στό Δημαρχεῖο Ἀμαρουσίου, περί τῆς προβληματικῆς τοῦ νέου προγράμματος τῶν Θρησκευτικῶν, μίας νεοφανοῦς πρακτικῆς μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας.

Ἀφορμή τῆς ἡμερίδος στάθηκε ἡ πρωτοφανής, ὄχι ἁπλῶς πιλοτική, ἀλλά θεσμική ἀπόπειρα μεταλλάξεως τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἐν λόγῳ μαθήματος σέ διαθρησκειακό. Μία ἀπόπειρα προσηλυτισμοῦ, διά τῆς ἀπροκάλυπτης εἰσαγωγῆς τῆς νεοβουδιστικῆς ὀργανώσεως Arigatou μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παιδεία μας.

Ἡ ὀργάνωση Arigatou σκοπεύει στήν δῆθεν ἐπικράτηση τῆς παγκοσμίου εἰρήνης μέσα ἀπό πρακτικές ψευδοϊεραποστόλων τοῦ Βουδισμοῦ, τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ, τοῦ πνευματισμοῦ καί τῶν μαγικῶν τεχνῶν. Αὐτοί οἱ ¨ἱεραπόστολοι¨ κατευθύνονται ἀπό τό λεγόμενο παγκόσμιο δίκτυο θρησκειῶν γιά παιδιά, φορέα τῆς Arigatou, τό ὁποῖο δῆθεν ἐνδιαφέρεται γιά τίς ἑπόμενες γενεές τῶν παιδιῶν, ἐνθαρρύνοντας τό εὐρύτερο διαθρησκειακό ἔργο. Ἡ Arigatou δέχεται μετά ἄλλων αἱρέσεων τήν οἱαδήποτε θρησκευτική ἰδέα ἤ μέθοδο χωρίς νά διακρίνει, ἄν αὐτή ἀνήκει στόν χῶρο τῶν μαγικοθρησκευτικῶν πρακτικῶν ἤ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ὄντως Θεοῦ. 

Ὅλα τά παραπάνω ἰσοδυναμοῦν μέ τόν πιό γνωστό σέ μᾶς οἰκουμενισμό.

1. Τό νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καταργεῖ τήν μοναδικότητα τῆς ἐν Χριστῷ διδασκαλίας καί σωτηρίας συγχέοντας ἤ ἐξισώνοντας τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία μέ τίς ἰδέες ἑτερόκλητων θρησκειακῶν χώρων. Πρόκειται ἑπομένως γιά ἕνα πρόγραμμα ἁλώσεως τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς παγκοσμίου παιδείας, πού ὁμοιάζει μέ τήν μέθοδο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν(ΠΣΕ). Ὅπως στό ΠΣΕ διά τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων καί συμπροσευχῶν ἀλλοιώνουν καί ἁλώνουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔτσι καί στήν παιδεία μας ἀλλοιώνουν καί ἁλώνουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν Ἑλλήνων μαθητῶν μέσα ἀπό τό συγκεκριμένο διαθρησκειακό συγκρητιστικό πρόγραμμα σπουδῶν, μέ μοιραῖο ἀποτέλεσμα τόν πνευματικό ἀποπροσανατολισμό καί τήν θρησκευτική σύγχυση, μέ σκοπό τήν διάλυση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ τῆς χώρας μας.

2. Βεβαίως ὅλη ἡ παραπάνω προσπάθεια ἀποτελεῖ πράξη ἀντίθετη μέ τό Σύνταγμα, τό ὁποῖο ὑποχρεώνει τήν πολιτεία νά προσφέρει ἑλληνορθόδοξη ἐκπαίδευση στούς Ἕλληνες ὀρθοδόξους μαθητές. Τό ἐν λόγῳ πρόγραμμα ἐκτός ἀπό τό ὅτι ἀποτελεῖ ἀπόπειρα ἐπί προσηλυτισμοῦ, μέ βαρύτερες μάλιστα συνέπειες γιά τούς ἰθύνοντες ὅταν γίνεται ἐντός σχολείων, συνιστᾶ παραβίαση τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσονομίας καί τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος, εἶναι εὐθέως ἀντισυνταγματικό, ὅπως ἔχει κριθεῖ μέ δύο ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τήν 3356/1995 καί τήν 2176/1998 καθώς καί τή γνωστή τελεσίδικη ἀπόφαση 115/2012 τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων. Ὡς ἐκ τούτου και ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδοκίμασε τό ἐν λόγῳ πρόγραμμα ὡς παράνομο.

3. Τό νέο θρησκειολογικό Πρόγραμμα τῶν Θρησκευτικῶν ἐπιβάλλεται ρατσιστικά ἀπό τούς πολεμίους τοῦ ρατσισμοῦ (!), μόνο στούς ὀρθοδόξους μαθητές. Ἐνῶ δηλαδή οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Μουσουλμάνοι καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί Ἕλληνες μαθητές ἀπολαμβάνουν ἀπό τό Ὑπουργεῖο Παιδείας τό δικαίωμα νά διδάσκονται ἀποκλειστικά τήν δική τους πίστη, ἀπό ἀντιστοίχους διδάσκοντες καί ἀντίστοιχη ὕλη, πού οἱ θρησκευτικές τους κοινότητες ἐπιλέγουν καί ἐγκρίνουν, οἱ ὀρθόδοξοι μαθητές δέν διδάσκονται τήν δική τους πίστη, ἀλλά ἕνα κράμα χριστιανισμοῦ καί ἄλλων θρησκειῶν, κάτι πού ὁλοφάνερα ἀντίκειται στό Σύνταγμα, στόν ἐκπαιδευτικό Νόμο καί στήν ἰσχύουσα νομολογία.

4. Οἱ βασικοί ὑπεύθυνοι τοῦ νέου προγράμματος θρησκευτικῶν, εἶναι ὁ Ἄγγελος Βαλλιανάτος καί ὁ Σταῦρος Γιαγκάζογλου. Ὁ μέν πρῶτος εἶναι σχολικός σύμβουλος τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς (ΙΕΠ) καί στέλεχος τῆς Arigatou, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος διετέλεσε καί μεσολαβητής τῶν νέων ἀντιλήψεων στούς ἐκπαιδευτικούς-θεολόγους σέ σύναξη πού πραγματοποιήθηκε στό διορθόδοξο κέντρο Πεντέλης. Ὁ δέ Σταῦρος Γιαγκάζογλου εἶναι καί αὐτός σύμβουλος τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς ἀλλά καί σύμβουλος τοῦ κ. Φίλη. Οἱ δύο παραπάνω σύμβουλοι μετά τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας ἔμπλεξαν καί τό Γραφεῖο Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχ/πῆς Ἀθηνῶν, μέ ἀπώτερο στόχο νά γίνει δῆθεν πιό οἰκεία καί προσεγγίσιμη ἡ Ἐκκλησία στά παιδιά. Ἐκτός αὐτοῦ ὅμως, καλοῦνται νά βρεθοῦν ἐνώπιον νομικῶν εὐθυνῶν-συνεπειῶν, καθ᾿ ὅτι αὐθαιρέτως κατέστρωσαν τή σχετική νέα ὕλη, χωρίς νά δώσουν προηγουμένως στήν ὑπηρεσία τους, ὡς ὤφειλαν, πλήρη στοιχεῖα τῶν θρησκευτικῶν τους πεποιθήσεων, σάν προϋπόθεση ἐπιλογῆς τους ἀπό αὐτήν γιά τήν κατοχή τῆς συγκεκριμένης ἁρμοδίου θέσεώς τους.

5. Πρωτίστως ἐπαινοῦμε τήν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων πού συνέλαβε, ἐνδιέτριψε στην ἔρευνα , ἐνημέρωσε καί ἀνέδειξε τό γενικότερο πρόβλημα τοῦ νέου προγράμματος, τήν προέλευσή του, τούς κινδύνους καί τό σκοτεινό ὕπουλο ὑπόβαθρό του.

Ὑϊκῶς έπαινοῦμε καί συγχαίρουμε τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπό μας κ. Ἱερώνυμο πού τοποθετήθηκε ξεκάθαρα ὡς πρός τό ἐν λόγῳ πρόγραμμα διακηρύσσοντας ὅτι «αὐτά τά πράγματα εἶναι ἀπαράδεκτα καί ἐπικίνδυνα. Εἶναι πράγματα πού δέν θά ἀποδώσουν καρπούς ἀλλά μεγάλη ζημιά στήν παιδεία γενικότερα, στήν κοινωνία καί ρήξη στίς σχέσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας».

Εὐγνωμόνως ἐπαινοῦμε καί συγχαίρουμε τόν ἅγιο Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. Σεραφείμ πού εὐστόχως ἐπεσήμανε ὅτι τό νέο πρόγραμμα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι «ἕνα ἐξόχως σοβαρό θέμα ἀπομειώσεως, ὑποβαθμίσεως, εὐτελισμοῦ καί θρησκευτικοῦ ρατσισμοῦ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού διαπράττει τό Ὑπουργεῖο Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων».
Ἐπαινοῦμε βεβαίως καί συγχαίρουμε καί ὅλους τούς ὑπόλοιπους Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού ποικιλοτρόπως καυτηρίασαν τό ἐπαίσχυντο νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.

6. Καλοῦνται μαθητές καί γονεῖς νά ἀντιδράσουν δυναμικά ἔναντι ὅλων αὐτῶν πού ἐπιβουλεύονται τήν ὀρθόδοξη πνευματική καλλιέργεια στήν παιδική-νεανική ψυχή. Ἡ προάσπιση τοῦ ὀρθοδόξου χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀποτελεῖ ἀνάχωμα καί γιά ἄλλες ἐχθρικές ἀπόπειρες μηδενισμοῦ τοῦ μοναδικοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος στήν πατρίδα μας· ἀντιστεκόμενοι ἔτσι, στό εὐρύτερο σχέδιο τῆς πνευματικῆς μας καί ὄχι μόνο γενοκτονίας καί τῆς ἐντάξεώς μας σέ μιά μελλοντική ἀντίχριστη ὁμογενοποιημένη πανθρησκεία.

Ὅλοι οἱ Θεολόγοι καθηγητές, ὡς ὑπάλληλοι τοῦ κράτους, σύμφωνα μέ ἔγκυρες γνωμοδοτήσεις ἐγκρίτων νομικῶν, ἔχοντας καθῆκον ἀλλά καί δικαίωμα νά τηροῦν τό Σύνταγμα, δύνανται, καλοῦνται καί ὑποχρεοῦνται νομικῶς νά μήν ἐφαρμόσουν τίς ἀπροκάλυπτες ἀντισυνταγματικές καί παράνομες ἀποφάσεις τῆς διοικήσεως τῆς ὑπηρεσίας τους (ν. 3528/2007, ἄρθρ. 24 καί 25 παρ. 3 ἐδάφιο 1ον καί Ποινικός Κώδικας, ἄρθρ. 21).

Ἡ ἀποτελεσματικότερη μορφή ἀντιδράσεως ἀπό πλευρᾶς μαθητῶν δέν εἶναι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Αὐτός εἶναι ὁ στόχος τῆς Νέας Ἐποχῆς. Δέν θά τούς κάνουμε τήν χάρη. Ἡ ἀπαλλαγή ταυτίζεται μέ ἄρνηση πίστεως. Ἀντιθέτως οἱ μαθητές ἔχουν κάθε ἔννομο συμφέρον νά ἐλέγχουν καί νά διεκδικοῦν τήν διατήρηση τοῦ ὁμολογιακοῦ καί κατηχητικοῦ χαρακτήρα τοῦ μαθήματος.

Ἐξάλλου πολλοί θεολόγοι καθηγητές θά συνεχίσουν νά διδάσκουν τά θρησκευτικά μέ ὀρθόδοξο τρόπο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο οἱ μαθητές θά γαλουχοῦνται ἀπό τήν ἑλληνορθόδοξη παιδεία καί ἀπό τό σχολεῖο καί ἀπό τήν ἐκκλησία, ἡ ὁποία μέ τή σειρά της, μέσα στά πλαίσια ἀγαστῆς συνεργασίας πολιτείας-Ἐκκλησίας, μπορεῖ νά ὀργανώσει ὑπό τήν αἰγίδα καί τήν ἐπιμέλεια τῶν Μητροπόλεων συστηματικά μαθήματα ὀρθοδόξου κατηχήσεως γιά παιδιά καί γονεῖς.

7. Ἀπό τίς εἰσηγήσεις προέκυψε μέ σαφήνεια ὅτι τό νέο πρόγραμμα εἶναι ἀντισυνταγματικό, ἀντιπαιδαγωγικό καί ἀντορθόδοξο.

Σαφέστατα ἐπιτακτική καθίσταται ἡ ἄμεση ἀπόσυρση τῶν νέων Προγραμμάτων Σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Κανείς μά κανείς, οὔτε καί ὁ κ. Φίλης δέν μπορεῖ νά λειτουργεῖ αὐθαίρετα στήν ἐλεύθερη καί δημοκρατικά ὀργανωμένη Ἑλλάδα μέ νόμους καί κανόνες, διχάζοντας προκλητικά τόν ἑλληνικό λαό.

Ὡστόσο τελειώνοντας ἄς τολμήσουμε νά ὑπενθυμίσουμε εἰς ἑαυτούς καί ἀλλήλους τό ἀνώτατο χρέος τῆς προσευχῆς. Ἄς προσθέσουμε ἕνα κομποσχοίνι πρός τόν παντοδύναμο ἐν Τριάδι Θεό μας γιά νά μήν ἀφήσει νά εἰσδύσει μέσα στή Παιδεία μας αὐτό τό μόλυσμα τῆς διαθρησκειακῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.

ΠΗΓΗ:


orthros.org

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (ΠΣΕ)


Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (ΠΣΕ)

Του Πρωτοπρεσβύτερου Αναστάσιου Γκοτσόπουλου
=====

Τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (2016) κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ ΠΣΕ (§§ 16-21) καὶ στὴ συμβολή του στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση μὲ ἔκδηλο ἐνθουσιασμό.

1.) Ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐκφράζει θετικὴ ἐκτίμηση γιὰ τὴν «θεολογικὴ προσφορὰ» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ ΠΣΕ καί σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία … ἐκτιμᾶ θετικῶς τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκδοθέντα θεολογικὰ κείμενα … τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογον βῆμα εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν διὰ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν» (κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» § 21). Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὰ κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ὅμως ἐπιτρεπτὴ μία τόσο γενικόλογη προσέγγιση ἐκ μέρους τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου; Ἐπιτρέπεται ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη» Σύνοδος χωρὶς εἰδικὴ καὶ λεπτομερή μελέτη νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς τά θεολογικὰ κείμενα» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» καί τήν ἐν γένει «θεολογικὴ προσφορὰ» τοῦ ΠΣΕ, ὅταν αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ κείμενα εἶναι γεμάτα ἀπὸ προτεσταντικὲς κακοδοξίες καὶ γι’ αὐτὰ τὰ κείμενα πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν διατυπώσει κατ’ ἐπανάληψιν σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν καταγραφεῖ ἀκόμα καὶ στὰ πρακτικὰ τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1986) (Γ΄ΠΠΔ)[1]; Γιατί τέτοια προχειρότητα ἀπὸ μία Σύνοδο ποὺ διεκδικεῖ νὰ κατα-ταγεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;

 Περιοριζόμαστε νὰ παραθέσουμε ἐλάχιστα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ πλέον σημαντικὸ κείμενο τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» μὲ τὸν τίτλο «Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ-Baptism, Eucharist and Ministry), ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζύ[2]. Σημειώνουμε μόνο ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ (ΒΕΜ) ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ «Ἐκκλησίες» ἐννοεῖ τὰ περισσότερα ἀπὸ 345 μέλη τοῦ ΠΣΕ:  
 Βάπτισμα, § 6: «Τὸ κοινόν μας βάπτισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει, ἀποτελεῖ οὕτω θεμελιώδη δεσμὸν ἑνότητος ... οἱ ποικίλλοντες τρόποι τελέσεως τοῦ βαπτίσματος ὑπὸ μιᾶς ἑκάστης (Ἐκκλησίας) δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ συμμετοχὴν εἰς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα … Ἡ ἀνάγκη ὅπως ἐπανεύρωμεν τὴν ἑνότητα τοῦ βαπτίσματος εὑρίσκεται εἰς τὴν καρδίαν τῆς οἰκουμενικῆς ἐργασίας» (σ. 20-21).
Σχόλιο: δηλαδὴ τὸ “βάπτισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” τῶν Πεντηκοστιανῶν πού συμμετέχουν στὸ ΠΣΕ  «μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει»!   
Βάπτισμα, § 13: «Τὸ βάπτισμα εἶναι πράξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ. Θὰ πρέπει νὰ ἀποφευχθῇ πᾶσα πρακτική, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς “ἐπαναβαπτισμός”… Ὡρισμέναι Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέμειναν ἐπὶ ἰδιαιτέρου τινὸς τύπου βαπτίσματος ἢ αἱ ὁποῖαι εἶχον σοβαρὰ προβλήματα ἐν σχέσει πρὸς τὸ κύρος τῶν μυστηρίων καὶ τῶν τύπων ἱερωσύνης ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐζήτησαν κατὰ καιροὺς ἀπὸ πρόσωπα προερχόμενα ἀπὸ ἄλλας ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις νὰ βαπτισθοῦν πρὶν ἢ καταστοῦν πλήρη μέλη τῆς κοινότητος εἰς τὴν ὁποίαν προσχωροῦν. Δεδομένου ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι φθάνουν εἰς μείζονα ἀμοιβαίαν κατανόησιν καὶ ἀποδοχὴν κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνακτήσεως στενoτέρων σχέσεων μαρτυρίας καὶ διακονίας μεταξὺ των, θὰ ἀπέχουν αὗται πάσης πρακτικῆς ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα ἄλλων Ἐκκλησιῶν ἢ νὰ ἀμβλύνῃ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ» (σ. 26).
Ἐρώτηση: δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν πρέπει «νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα» τῶν Πεντηκοστιανῶν; Ἢ μήπως δὲν πρέπει νὰ βαπτίζει τοὺς προσερχομένους ἀπὸ ἀκραῖες ἢ μη προτεσταντικὲς ὁμάδες ;
Βάπτισμα, § 15: «Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλονέν καὶ περισσότερον ἰκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ  βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ… Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των» (σ. 28).
Σχόλιο: Τί νὰ πεῖ κανείς! Αὐτονομεῖται πλέον τὸ «βάπτισμα» ἀπὸ τὴν ὁμολογία τῆς ἀληθοῦς πίστεως;
Εὐχαριστία § 19: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν  εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος» (σ. 43).
Σχόλιο: «Ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» ποὺ τελεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος», ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπουμε στοὺς Προτεστάντες τοῦ ΠΣΕ «νὰ μετέχουν  εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς»;! Κύριε ἐλέησον! Καὶ ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος τῆς Κρήτης  «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τὸ κείμενο αὐτὸ!
Εὐχαριστία § 21: «ἔχομεν τεθῆ ὑπὸ συνεχῆ κρίσιν… ὡς ἐκ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» (σ. 44).
Σχόλιο: Δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι στὸ «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» ἀνήκουν καὶ οἱ 300 προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ ὁμολογίες; Ἡ καταδίκη ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀρνήσεως τῶν Προτεσταντῶν τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων, τοῦ Τ. Σταυροῦ, τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ λειψάνων,  τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Παναγίας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Μυστηρίων, τοῦ κανόνος τῆς Ἁγ. Γραφῆς κλπ ἐκ μέρους τῶν Προτεσταντῶν εἶναι μήπως «ἐμμονὴ εἰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους»;  
Ἱερωσύνη § 53: «Διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν μορφῶν ἱερωσύνης των, αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι ἔχουν νὰ διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αἱ Ἐκκλησίαι αἱ ὁποῖαι διεφύλαξαν τὴν ἐπισκοπικὴν διαδοχὴν θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς Ἐκκλησίας αἱ ὁποῖαι δὲν διετήρησαν τὴν διαδοχὴν ταύτην»(σ.86).
Σχόλιο: Μπορεῖ λοιπόν νὰ ὑπάρξει «ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης», χωρὶς νὰ ὑπάρχει «ἀποστολικὴ διαδοχή»; Δηλ. οἱ πεντηκοστιανοὶ πάστορες ἔχουν κανονικὴ ἱερωσύνη, τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει;
Ἱερωσύνη § 54: «Ὁρισμέναι Ἐκκλησίαι χειροτονοῦν ἄνδρας καὶ γυναίκας, ἄλλαι χειροτονοῦν μόνον ἄνδρας. Αἱ διαφοραὶ αὗται δημιουργοῦν ἐμπόδια εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν διαφόρων μορφῶν ἱερωσύνης. Τὰ ἐμπόδια ὅμως ταῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὡς κωλύματα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος» (σ. 86-87).
Σχόλιο: Δηλ. ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴ χειροτονία τῶν γυναικὼν χωρὶς νὰ τὴν θεωρεῖ «κώλυμα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος»;
Τελικά, εἶναι δυνατὸν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐν Πανορθοδόξῳ Συνόδῳ νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τέτοια κείμενα ἀλλότρια της ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως; Εἶναι δυνατὸν ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης νὰ ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι»  τή στιγμή πού ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα μὲ τέτοιες καί τόσες κακοδοξίες;

2.) Ἐπιπλέον δέ, προσεκτικὴ μελέτη τῶν κοινῶς ἀποδεκτῶν κειμένων τῶν τελευταίων Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ[3] καθιστᾶ σαφὲς ὅτι οἱ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις διαμορφώνουν ἀκόμα καὶ σήμερα - μετὰ τὴν δῆθεν “ἀναβάθμιση” τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων - τὸ θεολογικὸ πλαίσιο λειτουργίας τοῦ ΠΣΕ. Συνεπῶς, μὲ κανένα τρόπο δὲ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ οὔτε ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης οὔτε ἡ τόσο ἄτονη καὶ γενικόλογη κριτικὴ στὸ ΠΣΕ ἀπὸ τὴν Σύνοδο: «Ἐν τούτοις ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως, διότι αἱ μὴ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (§ 21)! Εἶναι δυνατὸν μία Πανορθόδοξη Σύνοδος νὰ περιορίσει σὲ 32 μόνο λέξεις τὴν κριτική της στὰ ὅσα ἀπαράδεκτα, καινοφανῆ καὶ ἀνατρεπτικά τῆς εὐαγγελικῆς, πατερικῆς, δογματικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας συντελοῦνται σήμερα στὸ ΠΣΕ[4]; 

Περιποιεῖ τιμὴ στὴν Ἐκκλησία μας τέτοια ἀτολμία στὴ διατύπωση τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὰ ὅσα ἀνίερα λαμβάνουν χώρα στὸν ἐπίσημο φορέα τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης; Δυστυχῶς, δὲν ἐκφράζεται στὸ Κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἡ κατηγορηματικὴ διαφωνία τῆς Ἐκκλησίας μας στὰ ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα ποὺ συναντοῦμε στὸ ΠΣΕ: «Λειτουργία τῆς Λίμα»[5], intercommunion, διαθρησκειακὲς συμ-προσευχές[6], χειροτονία γυναικῶν, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦ ἀπὸ πολλὲς Ὁμολογίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ κοκ, πρακτικὲς οἱ ὁποῖες εἶναι πρόσφατοι καρποὶ τῆς παλαιᾶς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς ρίζας.

3.) Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀξιολογεῖ θετικὰ τὴν «Δήλωση τοῦ Τορόντο» (1950) τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν ὁποία σημειώνει «ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαὶ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης “Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν’’ εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὴν Ὀρθόδοξον συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιον» (§ 19). Ἀποσιωπᾶται ὅμως ἡ ἀναφορὰ στὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» ὅτι «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος  μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ  μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας» (Δήλωσις Toronto, §2)! Διερωτῶμαι μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὅτι ὑπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ τοῦ ἕνας Ὀρθόδοξος νὰ εἶναι μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μέλος «τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»; ἢ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» (ὅπως ἐννοεῖται στὸ ΠΣΕ) ὑφίσταται πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ;

4.) Ἐπιχαίρει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης διότι ἐγκρίθηκε ἡ εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ στὸ ΠΣΕ» (§ 17). Καὶ ὅμως μὲ τὴν εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» μεταξὺ ἄλλων ἐγκρίθηκαν καὶ προτάσεις γιὰ «ὁμολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ» καὶ «διομολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ»[7] ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ κανονικὴ τάξη καὶ ἀποβλέπουν στό νὰ προαγάγουν τὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν του μὲ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ μιλᾶμε μὲ τόσο ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὸ ΠΣΕ;

5.) Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἡ ἐκτενής παράθεση τῶν ἐσφαλμένων ἐκκλησιολογικῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ ἐπίσημα κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ[8]. Περιοριζόμαστε μόνο σὲ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνέλευσης στό Πόρτο Ἀλλέγκρε (2006), τήν ὁποία δυστυχῶς συνυπέγραψαν Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι μέ Προτεστάντες: «Κάθε ἐκκλησία [σσ. ὑπό τόν ὃρο «Ἐκκλησία» ἐννοοῦνται καί ὅλες οἱ προτεσταντικές ὁμάδες πού συμμετέχουν στό ΠΣΕ] εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλά μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη [ἡ καθολική Ἐκκλησία]. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες ...  Ἀκόμη καί τώρα πού ἡ συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστία δέν εἶναι πάντοτε δυνατή, οἱ διηρημένες ἐκκλησίες ἐκφράζουν τήν[μεταξύ τους] ἀμοιβαία ἐκτίμησι  και ὄψεις τῆς καθολικότητος … Ὁ ἓνας  χωρίς τόν ἂλλον εἲμαστε  πτωχότεροι»[9]. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση καί -δυστυχῶς- καί οἱ Ὀρθόδοξοι στά πλαίσια τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίσαμε, μεταξύ ἂλλων, τήν “καθολικότητα” (=πληρότητα ἀληθείας) τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων καί ἐπιπλέον διακηρύξαμε ὅτι ἡ Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ, γιατί χωρίς αὐτὲς εἴμαστε … «πτωχότεροι»! Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὴ ἡ κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βλασφημία ἑδράζεται καὶ στὸ κείμενο ΒΕΜ τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις», στὸ ὁποῖο ἀμφισβητεῖται ρητὰ ἀκόμα καὶ ἡ «καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ intercommunio: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὁλιγώτερον ἔκδηλος» [10].

Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ κείμενό της παρουσιάζει μία πολὺ ὡραιοποιημένη καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίπλαστη καὶ ψευδῆ εἰκόνα τοῦ ΠΣΕ καὶ τῆς θεολογικῆς του “παραγωγῆς”. Ἀποκρύπτει ὅτι παρὰ τὶς προσπάθειες Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων καὶ τὶς παραχωρήσεις ποὺ ἔγιναν ἐκ μέρους τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ («Μόνιμη Ἐπιτροπὴ Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως» § 17), ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ Συμβουλίου παραμένει σαφῶς προτεσταντικὴ καί, κατὰ τὴν εὔστοχη ἐπισήμανση τοῦ Ἁγίου Ὂρους, «ὅπως λειτουργεῖ σήμερα, εἶναι ἕνας ὁμογενοποιητικὸς μηχανισμὸς ποὺ ἀμβλύνει τὸ δογματικὸ αἰσθητήριο καὶ κυοφορεῖ μία ἐπιφανειακή, ἐπικοινωνιακοῦ χαρακτῆρος, “ἑνότητα”»[11].

Δὲν παραμένουν, λοιπόν, καὶ σήμερα τραγικὰ ἐπίκαιροι οἱ παλαιότεροι προβληματισμοὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου: «Τελικὰ οἱ Ὀρθόδοξοι διερωτώμεθα: Τί προσφέρουμε παραμένοντας στὸ Π.Σ.Ε ; Τί ρόλο παίζουμε στὴ διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεών του; Οἱ 300 προτεσταντικὲς παραφυάδες, ποὺ σήμερα μετέχουν ὡς ἰσότιμα μέλη, συνεχῶς ἀλλοιώνουν, μὲ τὶς αἱρετικὲς δοξασίες των, τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τοῦ Π.Σ.Ε. Διαρκῶς κινεῖται ἡ εἰσροὴ καὶ νέων μελῶν, οἱ γυναῖκες διεκδικοῦν ἴση συμμετοχὴ μὲ τοὺς ἄντρες σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἤδη στὴν “Λειτουργία τῆς Λίμα”, ποὺ τελέσθηκε τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς 10-2-91, ἔλαβαν μέρος καὶ δύο γυναῖκες “ἱερείς”. Ἡ θεολογία ὑποχωρεῖ καὶ ἀπωθεῖται ἀπὸ τὸν λαϊκισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς σιγὰ-σιγὰ ἐξανθρωπίζεται καὶ πλησιάζει ἰσότιμα τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Τελικὰ τί δέον γενέσθαι;»[12].

Ὁ πόνος καὶ αὐτὴ ἡ κραυγὴ ἀγωνίας δὲν ὑπάρχει, δυστυχῶς, στὸ κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης γιὰ τὸ ΠΣΕ…

Συνεπῶς, μία Σύνοδος ἡ ὁποία ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα καὶ καταστάσεις ποὺ εἶναι ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδοξη, Πατερικὴ Παράδοση μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;

Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται ὑπεύθυνα νὰ ἀποφανθεῖ!


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
___________

[1] Ὁ Τρανσυλβανίας Ἀντώνιος (Πατριαρχεῖο Ρουμανίας) στήν Γ΄  ΠΠΔ: «Κατά τό θέρος αὐτό (1986), προεδρεύων τῆς συνελεύσεως τοῦ Τμήματος Ι΄ τοῦ ΠΣΕ, διεπίστωσα ὅτιὑπάρχουν πολλαί ἐπιφυλάξεις διά τό κείμενον τοῦ ΒΕΜ (Βάπτισμα-Εὐχαριστία-Ἱερωσύνη) . Καί ἡμεῖς εἰσέτι, ὃτε ἠξιολογήσαμεν τό κείμενον τοῦτο ἐν Βοστώνῃ, διεπιστώσαμεν ὅτιὑπάρχουν εἰσέτι ἀδιευκρίνιστα σημεῖα, ἰδίᾳ εἰς τόν τομέα τῆς Ἱερωσύνης»  (Συνοδικά ΙΧ,  σ. 145). Ἐπίσης ὁ Δημητριάδος (καί μετέπειτα Ἀθηνῶν) Χριστόδουλος δήλωσε: «ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ἔχουν γίνει καί ἀρνητικαί κριτικαί τοῦ κειμένου τοῦ “ΒΕΜ”, ἡ δέ ἡμετέρα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νά συμμετάσχῃ εἰς τήν διαδικασίαν τήν ὁποίαν  τό ΠΣΕ ἔθεσε, δηλαδή νά γίνῃ ἀποδοχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 150).
[2] Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ  1983.
[3]  Η΄ στό Χαράρε (1998) μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ ΠΣΕ»,  Θ΄ στό Porto Alegre (2006),  μέ τίτλο «Κείμενο περί ἐκκλησιολογίας: Κεκλημένοι νά γίνουμε ἡ Μία Ἐκκλησία»  καί   Ι΄ στό Bousan (2013), μέ τίτλο «Δήλωσις Ἑνότητος».
[4]  Εὔστοχα παρατήρησε ὁ Σεβ. Περιστερίου Χρυσόστομος (Ἐκκλησία Ἑλλάδος) στήν Γ΄ ΠΠΔ: «Σήμερα τά κείμενα τοῦ ΠΣΕ εἶναι καί Ὀρθόδοξα καί προτεσταντικά καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Εἶναι συγκρητιστικά κείμενα, τά ὁποῖα ἱκανοποιοῦν τούς πάντες καί δέν ἱκανοποιοῦν κανένα» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 147). Χαρακτηριστικά εἶναι ὅσα ἀναφέρει ὁ Σεβ. Κρουτίτσκης Ἰουβενάλιος (Πατρ.  Ρωσίας) γιά τό ΠΣΕ  (Συνοδικά ΙΧ, σ. 250).
[5]  Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105, υποσ. 176.
[6]  Στά πλαίσια τῆς «δεύτερης διαθρησκειακῆς διάσκεψης κορυφῆς» (ἄνοιξη 1970), τήν ἔναρξη τῆς ὁποίας κήρυξε ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ ΠΣΕ  E. C. Blake (1966-1972), ἔλαβε χώρα διαθρησκειακή συμπροσευχή στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Γενεύης μέ τή συμμετοχή «44 λειτουργῶν καί ἐκπροσώπων τῶν μεγάλων θρησκειῶν … Τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία ἐξεπροσώπησε ὁ σεβ. Αἰμιλιανός, ἐπίσκοπος Καλαβρίας, μόνιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως» στό ΠΣΕ. Καί καταλήγει τό θεοσοφικό περιοδικό: «Ἦταν μία μικρή ἐκδήλωσις μέ τεράστια σημασία, πού ἤθελε νά διακηρύξῃ ὅτι, στό βάθος, ὅλες οἱ θρησκεῖες ἐπιτελοῦν ταυτόσημη ἀποστολή καί θά ἔπρεπε νά συνεργάζωνται, ἀντί νά εἶναι ἀποξενωμένες καί νά μισοῦνται, γιά δόγματα - κατασκευάσματα τῶν ἀνθρώπων» (μασωνικό-θεοσοφικό περιοδικό Ἰλισσός, 15(1970) τ. 83 σ. 376-378)!
[7]  Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105-108.
[8]  Βλ. ἀναλυτικότερα: Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος  2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php,  και   http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm. 
[9]9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 6-7, στό http://www.impantokratoros.gr/B46B3299.el.aspx.
[10] Εὐχαριστία § 19, στό  Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ 1983, σ. 43.
[11] Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος  2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php, καί  http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm.  Στό κοινῶς ἀποδεκτό κείμενο μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ Π. Σ. Ε» (Towards a Common Understanding and Vision of the WCC), § 1. 4. 6, φέρεται ὡς καταπληκτική ἐπιτυχία τοῦ Π. Σ. Ε. τό γεγονός ὅτι «μία ὅλο καί πιό ἐμφανής κοινή παράδοσις, τό ὅτι συμμεριζόμαστε τίς ἴδιες ἀπόψεις στήν πίστι, τήν ζωή καί τήν μαρτυρία, ἔχει ἀρχίσει νά ἐμπλουτίζῃ τήν θεολογική σκέψι, πού ἦταν αἰχμάλωτη σέ μία σκληρή ὁμολογιακή προοπτική, καθώς οἱ ἐκκλησίες ἦλθαν πιό κοντά ἡ μία στήν ἄλλη διά του Π.Σ.Ε» (βλ. 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches, 1. 12.)

[12] Μητροπ. Δημητριάδος Χριστοδούλου, «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤ Λέσχη θρησκευομένων ἀνθρώπων;», στόν συλλογικό τόμο «Ἡ  Ζ ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. Καμπέρρα, Φεβρουάριος 1991. Χρονικό - Κείμενα – Ἀξιολογήσεις», ἔκδ. Τέρτιος  1992, σελ. 178-179.

ΘΑ ΕΠΙΚΥΡΩΘΕΙ Η "ΣΥΝΟΔΟΣ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ; ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ.


ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ-ΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΓΙΑ ΤΗ «ΣΥΝΟΔΟ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
(῾Υπογράφεται καὶ ἀπὸ ὅσους συμφωνοῦν)

4. Θὰ ἐπικυρωθεῖ ἡ «Σύνοδος» ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἱεραρχία; Διακοπὴ μνημοσύνου.

Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀποφασίσαμε νὰ συντάξουμε αὐτὴν τὴν Ἐπιστολή – Ὁμολογία, μὲ τὴν δυνατότητα νὰ ὑπογραφεῖ ἀπὸ ὅσους πιστοὺς συμφωνοῦν, λίγο πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, εἶναι γιὰ νὰ παρακαλέσουμε εὐσεβάστως νὰ μὴν ἐπικυρώσουν οἱ ἱεράρχες μας καὶ νὰ μὴν ἐγκρίνουν τὰ ἀποφασισθέντα στὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία, ὅπως σύντομα ἀναπτύξαμε, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὶς ὀρθόδοξες συνόδους, ἀλλὰ εἶναι μία ἀντορθόδοξη οἰκουμενιστική «Σύνοδος». Γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνοδικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτιμᾶται θετικὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση (Οἰκουμενισμός), καὶ ἡ «Σύνοδος ἐγκρίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἐπιχαίρει γι᾽ αὐτήν». Τουλάχιστον νὰ ἀπορρίψουν ὡς ἄκυρο καὶ μὴ ἐγκριθὲν τὸ πολυσυζητημένο κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», διότι οἱ διορθώσεις ποὺ πρότεινε ὁμόφωνα ἡ Ἱεραρχία πρὸ τῆς Συνόδου δὲν ἔγιναν δεκτὲς στὴν πλειονότητά τους, καὶ δὲν τὸ ἐψήφισαν στὴν Κρήτη πολλοὶ ἀρχιερεῖς. Ποῦ εἶναι ἡ ὁμοφωνία στὰ θέματα πίστεως; Ὅταν καθιστοῦμε τὶς αἱρέσεις ἐκκλησίες καὶ συμπροσευχόματε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα πίστεως; Νὰ ἀναληφθεῖ ὡς ἐκ τούτου διορθόδοξη προσπάθεια νὰ συγκληθεῖ ἄλλη Πανορθόδοξη Σύνοδος μὲ ὀρθόδοξη διαδικασία καὶ ὀρθόδοξες ἀποφάσεις, ποὺ θὰ θεωρήσει τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς προσυνοδικὴ συνέλευση ἐπισκόπων καὶ θὰ ἀλλάξει τὶς ἀποφάσεις της.

Γνωρίζουμε τὶς δυσκολίες τοῦ πράγματος καὶ τὴν δύναμη τῶν ἰσχυρῶν, ποὺ χαίρουν καὶ συγχαίρουν γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἀποφάσεις καὶ τὰ πρῶτα συνοδικὰ βήματα τῆς ἀναγνώρισης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἀθώωσης τῶν αἱρέσεων. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ πράξουμε τὸ καθῆκον μας, καὶ στὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας στέκεται ὁ Χριστός. Ἐπισημαίνουμε πάντως μὲ ἔμφαση ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἔχουν κατασκανδαλισθῆ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ διακόψουν τὸ μνημόσυνο τῶν ἐπισκόπων ποὺ θὰ ἐπικυρώσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὸν 31ο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸν 15ο τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), χωρὶς νὰ προκαλοῦν γι᾽ αὐτὸ σχίσμα οὔτε νὰ ὑπόκεινται σὲ ἐπιβολὴ ποινῶν, ἀλλὰ ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπαινοῦνται, διότι πρόκειται γιὰ θεραπευτικὴ διαμαρτυρία, ποὺ προφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Ἤδη μερικοὶ ἔχουν προχωρήσει στὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ πρὸ τῆς συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, εἰς δὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπολύτως δικαιολογημένα τὸ ἔχουν πράξει πολλοὶ κελλιῶτες ἱερομόναχοι καὶ μοναχοί, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖ ἄμεσος ἐπίσκοπός των εἶναι ὁ πρωτεργάτης καὶ κήρυξ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θέλουν νὰ μνημονεύεται στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Διαπράττουν μεγάλο κανονικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ λάθος ὅσοι, ἀντὶ νὰ ἐπαινοῦν, καταδιώκουν τοὺς μοναχοὺς ποὺ τηροῦν τὴν πατερική, ἱεροκανονικὴ καὶ ἁγιορειτικὴ Παράδοση.


(Συνεχίζεται)