Friday, July 8, 2016

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΠΑΤΣΚΑΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΜΠΟΥΛΟΒΙΤΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΠΑΤΣΚΑΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΜΠΟΥΛΟΒΙΤΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Δημοσιεύουμε σήμερα την από πολλές απόψεις εξαιρετικής σπουδαιότητας επιστολή του Σεβ. Μπάτσκας Ειρηναίου Μπούλοβιτς με την οποία εξηγεί γιατί δεν υπέγραψε το κακόδοξο κείμενο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον” και θα επανέλθουμε -συν Θεώ- τις επόμενες μέρες για να τη σχολιάσουμε εκτενώς. 

Η επιστολή του Σεβ. Μπάτσκας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη Σύνοδο της Κρήτης και προιδεάζει για τις αποφάσεις που θα πάρει η Εκκλησία της Ρωσίας σε λίγες μέρες. 

Προπαντός απομυθοποιεί τους λόγους για τους οποίους ο Σεβ. Μπάτσκας εφέρετο να μην είχε υπογράψει το κακόδοξο κείμενο και διορθώνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι το έκανε από αντιοικουμενιστικό φρόνημα ή επειδή δήθεν ηγείται της συντηρητικής πτέρυγας της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας. Αλίμονον αν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη φιλορωσική από τη συντηρητική πτέρυγα. Ο Ελληνομαθέστατος και οξυνούστατος Σεβ. Μητροπολίτης Μπάτσκας κ. Ειρηναίος ηγείται -ως γνωστόν- της φιλορωσικής μεν, αλλά και φιλελεύθερης πτέρυγας της Σερβικής Ιεραρχίας.


Ακολουθεί η μακροσκελής επιστολή του Σεβ. Μπάτσκας κ. Ειρηναίου:

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΥΠΕΓΡΑΨΑ

Του Σεβ. Μητροπολίτου Μπάτσκας Ειρηναίου
=====

Περί τῆς νεωστὶ θριαμβευτικῶς μέν, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ πάντα πειστικῶς ληξάσης ἐν Κολυμπαριῳ Κρήτης “Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου” τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας, ἤδη μὴ ἀναγνωριζόμενης ὡς τοιαύτης ὑπὸ τῶν ἀπουσιασασῶν Ἐκκλησιῶν, χαρακτηριζόμενης μάλιστα ὑπ’ αὐτῶν ὡς “συνελεύσεως ἐν Κρήτῃ”,  ἀμφισβήτησιν τιθέμενης καὶ ὑπὸ πλείστων συμμετασχόντων ἐν αὐτῇ ὀρθοδόξων ἀρχιερέων, ἐδημοσιεύθησαν κατ’ αὐτὰς καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ δημοσιεύονται πάμπολλα σχόλια, καλοπροαίρετα καὶ ἥκιστα καλοπροαίρετα, ἀντικειμενικά, ὅσον ἔνεστι, καὶ ὑποκειμενικά, φιλαλήθη καὶ τῆς ἀλήθειας κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον διαστρεβλωτικά, αὐθόρμητα καὶ παρηγγελμένα, συμφεροντολογικὰ καὶ ἀνιδιοτελῆ, ἀπολογητικὰ καὶ πολεμικά, θεολογικῶς συνεπῆ καὶ θεολογικῶς ἀσυνάρτητα...
  
Ἓν ἐκ τῶν θολῶν σημείων τῆς σχετικῆς ἐνημερωτικῆς καὶ σχολιαστικῆς ὑπερπαραγωγῆς εἶναι τὸ θέμα τῆς ὑπό τινων ἀρχιερέων ὑπογραφῆς ἢ μὴ ὑπογραφῆς τοῦ ἐπίμαχου προσυνοδικοῦ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον βελτιωθέντος πως κειμένου «Αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον”.
    
Ἐπειδὴ ὑπῆρχον ἐν προκειμένῳ ἡ ἀσάφεια καὶ ἡ ἀβεβαιότης περὶ τοῦ τίνες δὲν ὑπέγραψαν καὶ διατί δὲν ὑπέγραψαν, ὡρισμένοι ἀρχιερεῖς προέβησαν εἰς δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαντοῦν εἰς τὸ περὶ ὑπογραφῆς ἐρώτημα καὶ αἰτιολογοῦν -ἢ καὶ δικαιολογοῦν- τὴν ἄρνησίν των νὰ συνυπογράψουν τὸ ἐν λόγῳ κείμενον. Προκειμένου περὶ τοῦ χαράσσοντος τὰς γραμμὰς ταύτας ἐκυκλοφόρησε μὲν ἡ ὀρθὴ εἴδησις, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν μὴ ὑπογραψάντων, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀνεξήγητον εἰς πολλοὺς ἀδελφοὺς τὸ πῶς καὶ διατί, δοθέντος μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ἐπὶ δεκαετίας, ἀδιαλείπτως καὶ ἐνεργῶς, ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς Σύνοδου καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν ἐπεξεργασίας καὶ διορθώσεως τῶν πρὸς συνοδικὴν συζήτησιν ἐγκριθέντων κειμένων. Προτοῦ ὅμως προχωρήσω εἰς τὴν ὀφειλομένην ἀπάντησιν, ἐπισημαίνω ἐν παρόδῳ, ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὁ μόνος μὴ ὑπογράψας ἐκ τῶν εἴκοσι πέντε παρόντων ἐν Συνόδῳ Σέρβων ἀρχιερέων, καθὼς ἄφηναν νὰ ἐννοηθῇ δημοσιεύματα “καλοθελητῶν” τινῶν, ἀλλ’ ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν δὲν ὑπέγραψαν. Ἐκτὸς τούτου, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι δὲν ὑπέγραψαν τὸ κείμενον. Τοῦτο, κατὰ συνέπειαν, εἶναι ἄκυρον, ἐφ’ ὅσον, συνῳδὰ τῇ ἀπὸ τοῦ 1961 ἰσχυούσῃ ἀρχῇ τῆς ὁμοφωνίας, καὶ εἷς ἀρχιερεὺς νὰ μὴ ὑπογράψῃ (ἐνῶ ἀπαιτεῖται ἡ ὑπογραφή του!), τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀνυπόστατον.
   
Εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπέγραψα τὸ κείμενον περὶ σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας “πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον”, οὐχὶ ὅμως ὁ σπουδαιότερος, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἐπίσκοποι, μέλη τῆς Συνόδου, εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐστεροῦντο τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν. Εἰς τὴν Σύνοδον, ἀντὶ τῆς ἀνέκαθεν κρατούσης ἀποστολικῆς καὶ πατροπαράδοτου ἀρχῆς, “εἷς ἀνήρ-μία ψήφος”, ἴσχυεν ἡ ἀρχὴ “μία αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία-μία ψῆφος”, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, ὅτι ψηφίζουν μόνον οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν. Τὰ ἐπακόλουθα τῆς καινοφανοῦς ταύτης ἀρχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς:
   
1. ἡ Σύνοδος δὲν ἐμφανίζεται ὡς θεσμὸς τοῦ Ἑνὸς καὶ ἑνιαίου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὡς κοινοβουλευτικόν, τρόπον τινά, ὄργανον ἀνεξαρτήτων καὶ καθ’ ἑαυτὰς ὡλοκληρωμένων Ἐκκλησιῶν
  
2. ὁ σύλλογος τῶν Προκαθημένων ἐνεργεῖ ἐμπράκτως ὡς συλλογικός τις πάπας, εἴτε θελομεν νὰ ἀναγνώρισωμεν τοῦτο τιμίως εἴτε ἐθελοτυφλοῦμεν σχετικῶς, καὶ
  
3. ἡ Σύνοδος ὑποβιβάζεται, ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, εἰς σύναξιν Προκαθημένων, ἐχόντων ἁπλῶς διευρυμένας συνοδείας, ὡς προσφυῶς ἐλέχθη.
   
Ἑπομένως, ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ ὀρθόδοξου ἀρχιερέως καὶ ἑτεροδόξου παρατηρητοῦ ἐν Συνόδῳ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐκεῖνος δύναται νὰ ἀγορεύσῃ κατὰ βούλησιν, ἐνῶ οὗτος παρακάθηται σιωπηλός: οὔτε ὁ μὲν οὔτε ὁ δὲ ἀποφασίζει ὁ,τιδήποτε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅμως, πρὸς τί ἡ ὑπογραφὴ τῶν μὴ δικαιουμένων νὰ ψηφίσουν ὑπὸ τὰ κείμενα; Διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τὸ συνοδικὸν σύστημα λειτουργεῖ, ἐνῶ ἀπρακτεῖ καθὸ ἀθετεῖται; Ἢ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον; Ἀγνοῶ, βεβαίως, ἀλλὰ δύναμαι τουλάχιστον νὰ μὴ προσυπογράψω ὅ,τι δὲν ἐκφράζει τὰς πεποιθήσεις μου.
   
Ὁ κυριώτατος ὅμως λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπέγραψα, εἶναι τό, κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον, ἐκκλησιολογικῶς διφορούμενον καὶ ὕποπτον περιεχόμενον τοῦ κειμένου, εἴς τινα σημεῖα ἐγγίζοντος τὰ ὅρια τῆς ἑτεροδιδασκαλίας. Ὁ προβληματικός του χαρακτὴρ δὲν ἑστιάζεται μόνον εἰς τὴν πλέον συζητήσιμον προτασίν του, τὴν καὶ προκαλέσασαν τὰς περισσοτέρας ἐνστάσεις καὶ ἀντιρρήσεις τῶν συνοδικῶν Πατέρων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει (ἐν ὑστέρᾳ παραλλαγῇ γνώριζει) “τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν” καὶ ἡ ὁποία ἀντικατεστάθη, τῇ εἰσηγήσει τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς φράσεως, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέχεται “τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν ἀλλῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν”. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἑλλαδικὴ διατύπωσις τυγχάνει προσεκτικωτέρα καὶ ἀκινδυνωτέρα ὡς ἀποφεύγουσα σοφῶς τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἐξισώσεώς τῆς “ἱστορικῆς ὀνομασίας” καὶ τοῦ ὀντολογικοῦ περιεχόμενου τοῦ ὅροῦἘκκλησία, δὲν διαφέρει ὅμως ριζικῶς τῆς πρότερας διατυπώσεως, καθ’ ὅτι “ἡ ἱστορικὴ ὑπαρξις” δὲν ἰσοδυναμεῖ αὐτομάτως πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς φύσεως καὶ ὑποστασεως τῶν ὑπὸ τὴν ἐν λόγῳ ἐπωνυμίαν ὑπαρχόντων ἐκκλησιαστικῶν ἤ, ἂν θέλετε, ἐκκλησιομόρφων ὀργανισμῶν. Ἁπλῶς αἴρεται καὶ ἀποκλείεται διὰ τῆς τελικῆς διατυπώσεως ἡ δυνατότης τῆς διττῆς ἑρμηνείας ἤτοι τῆς κατ’ ἀκρίβειαν ὀρθόδοξου δογματικῆς ὁρολογίας καὶ τῆς ἀσαφοῦς καὶ ἐπαμφοτεριζούσης ἔν τινι μέτρῳ φρασεολογίας.
   
Εἰλικρινῶς καὶ ἀπεριφράστως δηλῶ, ὅτι ἤθελον ὑπογράψει τὸ κείμενον ὡς εἶχεν, ἐν ἑκατέρᾳ τῶν δύο ἐκδοχῶν του, ἄρα καὶ παρὰ τὴν σημασιολογικὴν διπλοΐδα τῆς προγενεστέρας ἐκδοχῆς, ἐφ’ ὅσον μόνον τὸ παρόν σημεῖον ἤθελεν ἀποτελέσει τὴν «Ἀχίλλειον πτέρναν” τοῦ συνόλου περιεχόμενου του. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ κείμενον εἶναι, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους -κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε- δυσίατον καὶ ἀπαράδεκτον, διότι εἶναι ἄμικτον μῖγμα τῶν καθαρῶς ὀρθόδοξων θέσεων καὶ τῶν “οἰκουμενικοῦ” ἤθους καὶ ὕφους ὡραιολογιῶν. Ὅμως “ἐπιλείψει με διηγούμενον ὁ χρόνος” ἐὰν προσπαθήσω νὰ τεκμηριώσω τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον διὰ παραθέσεων.
    
Προσωπικῶς φρονῶ, ὅτι τὸ ἐνδεδειγμένον ἐν προκειμενῳ ἦτο νὰ μείνη ὁ ὅροςἘκκλησία μόνον διὰ τὸν ρωμαιοκαθολικισμόν (ὁ ὁποῖος, περιέργως, οὔτε μνημονεύεται μεμονωμένως εἰς τὸ κείμενον, ἐνῶ γίνεται κατὰ κόρον ἡ πρὸς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν ἀναφορά), διότι ἡ ὑπερχιλιετὴς δογματικὴ διαμάχη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἡμῶν δὲν ἐκρίθη εἰσέτι ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου Οἰκουμενικῆς Σύνοδου, εἰ μὴ μόνον εἰς τὰς ψευδοικουμενικας σύνοδους Λυῶνος καὶ Φερράρας-Φλωρεντίας. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν -ἢ θεωρητικῶς ἔστω- ἐπιτρέπεται τὸ νὰ τρέφωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ποιά τις μέλλουσα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θὰ ἀσχοληθῇ πρὸς τὸ θέμα τῆς διχοστασίας ταύτης καὶ θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄρσιν τῶν “πετρῶν τοῦ σκανδάλου”, τουτ’ ἔστι τοῦ Filioque καὶ τοῦ μεταγενέστερου, ὑπερτροφικοῦ πρωτείου ἅμα τῷ περιβοήτω “ἀλαθήτω” τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴν ταύτην καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, τῶν δογματικῶν διαφορῶν ἤτοι τῶν τριαδολογικῶν παρεκτροπῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν καινοτομιῶν αὐτῆς οὐδόλως σχετικοποιουμένων ἢ παραμελουμένων, πολλοῦ γε δεῖ ἀγνοουμένων ἢ ἀμνηστευομένων. Σημειώτεον δέ, ὅτι αἱ ἐκ Ρώμης δι’ ἀποσκιρτήσεως προελθοῦσαι κατὰ τὴν Μεταρρύθμισιν ἐκκλησιαστικαὶ κοινότητες ἀπεμακρύνθησαν ἔτι μᾶλλον -καὶ ἀπομακρύνονται, φεῦ, ὁσημέραι ὁλοὲν καὶ περισσότερον- τόσον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ὅσον καὶ τῆς ἡμέτερας Ἐκκλησίας.
   
Ἠδυναμεθα, μᾶλλον δὲ εἴχομεν χρέος, νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Δευτέρα Βατικάνειος Σύνοδος (ἐπίτηδες δὲν ἀνατρέχω εἰς τὸν τύπον καὶ ὑπογραμμὸν τῶν ὀρθοδόξων συνόδων τοῦ ἀπώτερου παρελθόντος). Ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος διεκήρυξε πρῶτον τὴν πίστιν της, ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἐν συνέχειᾳ δὲ ἐδήλωσεν, ὅτι εἰς τοὺς μὴ ρωμαιοκαθολικοὺς εὑρίσκει ἔνθεν μὲν περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα γνήσια στοιχεῖα τοῦ ἀρχέγονου χριστιανισμοῦ, ἔνθεν δὲ παρεκκλίσεις καὶ ἐλλείψεις. Εἰδικῶς τονίζει, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, καίτοι τὰ μέλη της εἶναι “κεχώρισμενοι ἀδελφοι” (fratres separati, disiuncti), κατέχει μὲν τὰς οὐσιώδεις ἰδιότητας τῆς ’Ἐκκλησίας (Εὐχαριστίαν, μυστήρια, ἱερωσύνην, ἀποστολικὴν διαδοχήν...), ὑστερεῖ δὲ κυρίως ὡς μὴ πλήρως ἢ ἐπαρκῶς ἀναγνωρίζουσα τὸ παπικὸν πρωτεῖον. Ἀνάλογον διατύπωσιν ἔπρεπε νὰ προφέρῃ καὶ ἡ ἡμετέρα Σύνοδος: μετὰ τὴν ἀρχικὴν καὶ βασικὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεως, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος ’Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὁμολογία, ρητὴ καὶ ἀπερίφραστος, ἀναγράφεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ παρουσίασιν κείμενου, ἔπρεπε νὰ προσεπιλεχθῇ εὐθέως καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι οἱ μὴ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουν καὶ ὑγιᾶ στοιχεῖα ἐκ τῆς κοινῆς ἀρχαίας Παραδόσεως καὶ λίαν σοβαρὰ ὀλισθήματα εἰς τὸν χῶρον πίστεως καὶ τάξεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ δὲν ἔχουν κοινωνίαν μετὰ τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας.
   
Εἰδικῶς ὡς πρὸς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς ἔπρεπε νὰ ἐξαρθῇ, ὅτι οὐ μόνον τὸ δόγμα περὶ τοῦ ὑδροκέφαλου παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ἀλλὰ καὶ ἡ προσθήκη τοῦ Filioque εἰς τὸ Σύμβολον τῆς πίστεως συνιστοῦν ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια διὰ τὴν ἕνωσιν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἅμα δὲ καὶ τὰ κυρία θέματα τοῦ διεκκλησιαστικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου. Ἐὰν εἴχομεν ἐκφρασθῆ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, θὰ παρεῖλκεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἡμιλέκτου καὶ ἰσχνῆς φρασεολογίας περὶ τῆς “ἱστορικῆς ὑπάρξεως” τῶν μὴ ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν, ἄρα δὲ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς περὶ τῶν “ἱστορικῶν ὀνομασιῶν” των διαλεκτικῆς. Ἐὰν καὶ τότε θὰ ἀπουσίαζον ὡρισμέναι Ἐκκλησίαι, θὰ ἦτο νόμιμος ἡ ἀναζήτησις ἄλλων, ἐκκλησιαστικῶν ἢ ἐξωεκκλησιαστικῶν, κινήτρων τῆς ἀπουσίας. Τὸ κατ’ ἐμέ, τὰ σήμερον δημοσιευόμενα κατηγορητήρια κατὰ τῶν μὴ προσελθουσῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς δῆθεν ἄνευ λόγου ἢ δι’ ἐξωγενεῖς σκοπιμοτήτας ἐσκεμμένως καὶ ἐκ προμελετῆς ἀρνηθειςῶν νὰ συμμετἀσχουν, ἀποτελοῦν ὑπεκφυγήν, ἂν μὴ καὶ μεγαλὴν ἀδικίαν. Ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ καὶ κατηγορηθῶ διὰ πολλοστὴν φοράν, ὅτι “ηὐτομόλησα”(!) ἢ ὅτι παριστάνω αὐτόκλητον “συνήγορον” τῶν δι’ εὐλόγους ἢ παράλογους αἰτίας ἀπολειφθέντων Πατέρων καὶ ἀδελφῶν, δηλῶ, ὅτι ἐποφελεστέρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν θὰ ἦτο ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐνεργός, δυναμικὴ συνεισφορά των.
   
Ἔχω, ἐν τούτοις, κατανόησιν καὶ συναίσθησιν, ὅταν ἀκούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου νέων σχισμάτων, παρασυναγωγῶν καὶ “ἀποτειχίσεων” συνέπεια ἐλλιπῶν, κατ’ οὐσίαν πενιχρῶν κειμένων, ὑποδεεστέρων καὶ αὐτῶν τῶν κειμένων τῆς Δευτέρας Βατικανείου Σύνοδου, ἢ συνεπείᾳ ἀπερισκέπτων καὶ ἄστοχων ἀποπειρῶν παρεμβάσεως εἰς τὰ θέματα τοῦ γάμου, τῆς νηστείας, τοῦ ἑορτολογίου καὶ ἄλλων παρεμφερῶν θεσμῶν.

Ταὐτοχρόνως δὲν ἔχω κατανόησιν καὶ συμπάθειαν δι’ ὅσους λέγουν: “Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ φανατικοί, οἱ σκοταδισταί, οἱ... οἱ...”. Ἀπεναντίας, ὅλοι ἐνδιαφέρουν ἡμᾶς: οἱ “ἡμέτεροι” καὶ οἱ “ὀθνεῖοι”, οἱ ἐγγὺς καὶ οἱ μακράν.
    
Καὶ τοῦτο ποιῆσαι κακεῖνο μὴ ἀφιέναι, κατὰ τὸ Κυριάκον λόγιον. Εἰ μή τι ἄλλο, καὶ ἡ ἀσθένεια τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαίως ἢ ἀδίκως σκανδαλιζόμενου ἀδελφοῦ ἐμποιεῖ εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν τὸ αἴσθημα τῆς ποιμαντικῆς καὶ ἀνθρωπίνης εὐθύνης, συναλληλίας, συμπάθειας... “Οὐκ ἐν ρήμασι”, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡμῖν ἡ εὐσεβεια”. Ἐὰν δὲ ἀναζητηθῇ καὶ “ἐν ρήμασι”, πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ ἀποκλειστικῶς ἐν “ξένοις ρήμασι, ξένοις διδάγμασι, ξένοις δόγμασι τῆς Ἁγίας Τριάδος”.
   
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διακρίνουν δύο εἴδη θεολογικῆς γλώσσης, “λόγον δογματικὸν” καὶ “λόγον ἀγωνιστικόν” (ἢ “λόγον ἀντιῤῥητικόν”), χρησιμοποιοῦν δὲ συχνάκις καὶ γλῶσσαν φιλοφροσύνης, ἁβροφροσύνης, εὐγενείας, εὐπροσηγορίας, λεπτότητος. Κλασσικὸν παράδειγμα τυγχάνει ὁ τρόπος τοῦ ἐκφράζεσθαι εἰς τὸν ἅγιον Μᾶρκον τὸν Εὐγενικόν: κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ μεταξὺ “Λατίνων” καὶ “Γραικῶν” διαλόγου ὁμιλεῖ εἰς γλῶσσαν φιλόφρονα, καθαπτομένην τῶν δογματικῶν διαφορῶν ἐμμέσως καὶ διακριτικῶς, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τὴν ἐναρκτήριον πρὸς τὸν πάπαν Εὐγένιον Δ' προσλαλιὰν του· κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ διαλόγου συνεχίζει εἰς γλῶσσαν δογματικῆς ἀκριβολογίας καὶ σαφήνειας, μὴ ἐγκαταλείπων τὸ καλοπροαίρετον καὶ πρᾷον ὕφος, ἐν τέλει δέ, μετὰ τὴν θλιβερὰν λῆξιν τῆς ἑνωτικῆς σύνοδου, καταφεύγει, ἐξ ἀνάγκης καὶ ποιμαντικῆς εὐθύνης, εἰς χρῆσιν πολεμικῆς καὶ ἐλεγκτικῆς γλώσσης.
   
Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦτο, ἡ Σύνοδος ἡμῶν ὀρθῶς μέν, κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἄποψιν, προσεφώνησε τοὺς ἑτεροδόξους παρατηρητάς, μέςῳ τοῦ Παναγιώτατου Προέδρου της, διὰ λόγων φιλαδέλφων καὶ ἐγκαρδίων καὶ ἀπέφυγε συνάμα, διαλόγου χάριν, τὸ σκληρὸν ὕφος τῆς ἀντιπαραθεσεῶς· ἔπρεπεν ὅμως, μᾶλλον δὲ καὶ ὤφειλε, νὰ κατάθεσῃ διὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος κειμένου τὴν μαρτυρίαν τῆς ἐκκλησιoλoγικῆς της ταυτότητος καὶ αὐτοσυνειδησίας κατὰ τρόπον εὐκρινέστερον, συνεπέστερον καὶ ἀκριβέστερον. Τοῦτο, δυστυχῶς, δὲν κατέστη δυνατόν, ἀφοῦ κατὰ τὰς πλείστας ὅσας προπαρασκευαστικὰς ἐν Γενεύῃ συνεδρίας, παρὰ τὴν δυσαρέσκειαν πολλῶν ὡς πρὸς τὸ κείμενον καὶ παρὰ τὴν ὀξυτάτην κριτικήν του, τὸ κείμενον -διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι σιγῇ τιμάσθωσαν! - δὲν ἀνεθεωρήθη εἰς βάθος καὶ κατὰ πλάτος, καθὼς ἦτο ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ σύστασις τῶν Προκαθήμενων τῶν αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ παρεπεμφθῆ, σχεδὸν ἀνέπαφον κατ’ οὐσίαν, εἰς τὴν Σύνοδον, ὅπου, λογῳ ἐλλείψεως χρόνου καὶ ὁμοφωνίας, ὑπέστη διακοσμητικὰς μᾶλλον ἀλλαγάς, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐκκλήσιας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ πλέον ἐπίμαχον καὶ παρεξηγήσιμον σημεῖόν του.
  
Ἂς μὴ ἀπατώμεθα ἢ κρυπτώμεθα: τὸ προβληματικὸν τοῦτο κείμενον εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς ἀρνήσεως τῶν τεσσάρων ὀρθοδόξων Πατριαρχείων νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν Σύνοδον, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἐδυσκολεύετο μὲν καὶ ἀμφιεταλαντεύετο μέχρι τελευταίας στιγμῆς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συμμετοχήν της, προσῆλθε δὲ τελικῶς διὰ δύο λόγους: ἐξ ἀγαπῆς πρὸς τὴν μαρτυρικὴν Μήτερα τῆς Ἐκκλήσιαν, τὴν Ἐκκλήσιαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἐπ’ ἐλπίδι, ὅτι τὰ ἀσθενοῦντα καὶ ἐλλείποντα τῆς προπαρασκευαστικῆς περιόδου θὰ θεραπευθοῦν καὶ θὰ ἀναπληρωθοῦν κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Σύνοδου, ὅτι δηλαδή, πλὴν τῶν κειμένων, ἡ Σύνοδος θὰ ἀσχοληθῇ καὶ πρὸς τὰ καίρια σύγχρονα προβλήματα τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ὅπως εἶναι τὰ σχίσματα, εἴτε ἐθνοφυλετικῆς εἴτε “ζηλωτικῆς” ἐμπνεύσεως, ἡ ἀκοινωνησία Ἐκκλησιῶν καὶ ἡ ἀντικανονικὴ συμπεριφορὰ ἄλλων ’Ἐκκλησιῶν, τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ὁποῖον κατήντησε νὰ εἶναι πονοκέφαλος τῆς Ἐκκλήσιας, καὶ ἄλλα τινά. Πλὴν ὅμως, οὐδὲν τοιοῦτο ἔλαβε χώραν: ἀφοῦ ἀπερρίφθη ἡ πρότασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας νὰ θεωρηθοῦν αἱ ἐν Κρήτῃ συνοδικαὶ ἐργασίαι ὡς ἡ πρώτη φάσις τῆς ὅλης συνοδικῆς πορείας καὶ νὰ κηρυχθῇ ἡ περαίωσις τῆς Συνόδου μετέπειτα, ἐν καιρῷ, κατόπιν συζητήσεων “ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης” καὶ τῇ ἐκ τῶν ὑστερῶν συμμετοχῇ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ Σύνοδος αὐτοπεριωρίσθη εἰς ὀλιγοήμερον δρᾶσιν, καταναλώσασα καὶ τὸν ὀλίγον διαθέσιμον χρόνον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ μερικὴν διόρθωσιν τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὴν κειμένων, ἄνευ ζώσης, αὐθορμήτου καὶ ἐλευθέρας ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων περὶ φλεγόντων ζητημάτων τῆς σύγχρονου ’Ὀρθοδοξίας.

Ἀπωλέσθη, δυστυχέστατα, ἡ εὐλογημένη ἱστορικὴ εὐκαιρία τῆς ἀντιμετωπίσεως καὶ ἀρχῆς λύσεως σωρείας προκλήσεων καὶ πειρασμῶν εἰς τὴν ζωὴν τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, ὡς καὶ ἡ εὐκαιρία μαρτυρίας περὶ τῆς ζώσης καὶ ζωογόνου Παραδόσεώς της, περὶ τῆς ἑνότητος, καθολικότητος καὶ συνοδικότητός της. Θὰ εἶναι θαῦμα Θεοῦ, ἐὰν ἡ Σύνοδος εὐμοιρήσῃ τῆς εὐκταίας πανεκκλησιαστικῆς ἀποδοχῆς της ὡς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Σύνοδου. Φοβοῦμαι, ὅτι θὰ μνημονεύηται ἐν τῇ μελλοντικῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ὡς περιφερειακὴ Σύνοδος τῶν μετασχουσῶν ἐν αὐτῇ Ἐκκλησιῶν, ἄνευ σημαντικωτέρας ἀκτινοβολίας καὶ ἐπιδράσεως. Ἴσως καὶ τοῦτο εἶναι προτιμώτερον τῆς πλήρους ἀφασίας καὶ ἀπουσίας ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι.

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ Η ΟΥΝΙΑ ΕΔΡΑΙΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΡΑΔΟΚΕΙ


ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ Η ΟΥΝΙΑ ΕΔΡΑΙΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΡΑΔΟΚΕΙ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

Στα Γιαννιτσά, την πόλη αυτή της Κεντρικής Μακεδονίας, η Ουνία εδραιώνεται και καραδοκεί.  Η πρόσφατη αποστολή του ουνίτη παπικού ‘’επισκόπου’’ Εμμανουήλ ισπανικής καταγωγής στα Γιαννιτσά, σε τι αποσκοπεί; Μάλιστα η ‘’χειροτονία’’ του που έγινε στη Ρώμη, έγινε με παπική βούλα και με εντολή του Πάπα Φραγκίσκου. Στα Γιαννιτσά υπάρχει ναός των ουνιτών, ο ναός των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Το τμήμα του γυναικείου ‘’Τάγματος των Μικρών Αδελφών του Ιησού’’ που υπάγεται στους ουνίτες, δραστηριοποιείται και στα Γιαννιτσά.

Με τη Μικρασιατική καταστροφή οι ουνίτες της Ανατολικής Θράκης και συγκεκριμένα εκείνοι των Μαλγάρων, είχαν εγκατασταθεί στα Γιαννιτσά και δημιούργησαν δική τους ενορία, την ενορία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Υπάγονται όπως όλοι οι ουνίτες στον Πάπα.

Η ουνία στα Γιαννιτσά καραδοκεί. Στην εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στα Γιαννιτσά, δεν προσήλθαν στο ναό μόνο ουνίτες των Γιαννιτσών, αλλά και άλλοι προσκυνητές. Αυτό δεν προβληματίζει; 

Οι ουνίτες ‘’ιερείς’’ ενδύονται με άμφια όμοια των Ορθοδόξων και ξεγελούν έτσι τον ανυποψίαστο Ορθόδοξο Χριστιανό. Χρησιμοποιούν τους λειτουργικούς τύπους των Ορθοδόξων. Συνήθως χρησιμοποιούν και το βυζαντινό μέλος, παράλληλα με το μέλος που χρησιμοποιούν οι Παπικοί. Μετά τη Β΄ Βατικανή σύνοδο, σε κάποιες δεήσεις οι εκφωνήσεις γίνονται στα ελληνικά. Οι ναοί των είναι αγιογραφημένοι όπως και των Ορθοδόξων. Χρησιμοποιούν και ένζυμο άρτο οι ουνίτες, αυτοί που υπάγονται τους Παπικούς που τόσους Ορθόδοξους οδήγησαν στο μαρτύριο για τη μη χρήση αζύμου άρτου. Οι ουνίτες ακολουθούν δήθεν το Βυζαντινό τυπικό. Το Βυζαντινό τυπικό μόνο Ορθοδόξως ακολουθείται.

Θα γίνει διαμαρτυρία στον Πάπα για την ουνία; Το πολύ-πολύ το Βατικανό ‘’υποκριτικά να την καταδικάσει’’ όπως έλεγε ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης. Να αρκεσθούμε σε Παπικές διαβεβαιώσεις; Να υπενθυμίσουμε τις παλαιότερες διαβεβαιώσεις των Παπικών στην Αθήνα το έτος 1975, τόσο του καρδιναλίου Johannes Willebrands, όσο και του ‘’αρχιεπισκόπου’’ Pierre Duprey, στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας, ότι δεν θα διαδεχόταν τον τότε παπικό ‘’επίσκοπο’’ Αθηνών, άλλος παπικός ‘’επίσκοπος’’, οι οποίες ουδέ επ’ελάχιστον πραγματοποιήθηκαν.

Για τη δράση της ουνίας αναγκάστηκε να συνέλθει Πανορθόδοξη σύνοδος στη Κωνσταντινούπολη το έτος 1722. Το έτος 1838 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ΄, στην τότε συγκληθείσα Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τους αποκάλεσε «λύκους βαρείς φθοροποιούς και ολεθρίους εν σχήματι προβάτων». Το έτος 1903 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου του Α΄, είχε εκδώσει σχετική εγκύκλιο για τον κίνδυνο από τους ουνίτες. «Λύκους εν σχήματι προβάτων», τους ονόμασε ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ σε εγκύκλιό του το έτος 1907. Πρέπει να τεθεί λοιπόν με περισσότερη επιμονή και πιο ουσιαστικά, το μεγάλο πρόβλημα της ουνίτικης δολιότητας, στους διαλόγους με τον Παπισμό.

Thursday, July 7, 2016

ΘΑ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙ ΑΛΛΗ ΑΝΤΙΣΥΝΟΔΟΣ;


ΘΑ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙ ΑΛΛΗ ΑΝΤΙΣΥΝΟΔΟΣ;

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, σε συνέντευξή του στο Nafpaktianews, προέβη στην εξής αποκαλυπτική πληροφορία όταν ρωτήθηκε πώς θα αντιδράσουν οι τέσσερις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο της Κρήτης.

Υπάρχει το σενάριο, είπε ο Σεβασμιότατος, οι τέσσερις αυτές Εκκλησίες πιθανόν να συγκροτήσουν μια άλλη Σύνοδο η οποία να αναιρέσει τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης, γεγονός που ο Σεβασμιότατος Ναυπάκτου απεύχεται επειδή θα προκαλέσει σχίσμα και εθνοφυλετικές εξάρσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Εδώ χρειάζεται να διευκρινήσουμε ότι το  ενδεχόμενο αυτό είναι -για την ώρα τουλάχιστον- στα όρια της εικασίας επειδή το Πατριαρχείο Αντιοχείας, που απέρριψε τη Σύνοδο και την χαρακτήρισε προσυνοδική συνέλευση της μέλλουσας να συνέλθει Πανορθόδοξης Συνόδου, δεν κάνει καμία αναφορά στην ανάγκη να συγκροτηθεί άλλη σύνοδος. 

Τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας και Γεωργίας τηρούν προς το παρόν σιγή, ενώ το Πατριαρχείο Ρωσίας δεν έχει ακόμη εκδώσει συνοδική απόφαση για να αξιολογήσει τη Σύνοδο της Κρήτης. Ο Σεβ. Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνας, όμως, και άλλοι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου Μόσχας, έκαναν δηλώσεις με τις οποίες χαρακτηρίζουν εξ υπαρχής άκυρη τη Σύνοδο της Κρήτης χωρίς να κάνουν την παραμικρή μνεία για την ανάγκη συγκρότησης άλλης Συνόδου που θα την ακυρώσει.

Εάν παρά ταύτα τελικά συγκληθεί δεύτερη σύνοδος -κάτι σαν αντισύνοδος- πρέπει να πούμε ότι δεν είναι πρακτική άγνωστη στην Ιστορία της Εκκλησίας, δηλαδή να συγκροτείται Ορθόδοξη Σύνοδος για να ακυρώσει τις αποφάσεις κακόδοξης συνόδου. 

Σε κάθε περίπτωση απευχόμαστε αυτή την εξέλιξη και ελπίζουμε ότι τα δέκα Πατριαρχεία και οι Εκκλησίες που συγκρότησαν τη Σύνοδο της Κρήτης θα στέρξουν να αναθεωρήσουν τις αποφάσεις της Συνόδου και να διορθώσουν εξ υπαρχής όλα τα κακόδοξα στοιχεία που παρεισέφρησαν στα κείμενα που εγκρίθηκαν.

ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Διαβάσαμε στο ιστολόγιο “Θρησκευτικά”:

“O Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μίλησε στον τηλεοπτικό σταθμό "Άτλας" του Μαυροβουνίου για τη Σύνοδος της Κρήτης.

Αναφερόμενος στο κείμενο "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον" είπε ότι το έγγραφο αυτό προκάλεσε έντονες διαμάχες στη Σύνοδο και ότι ο ίδιος θεωρεί ότι ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένο γεγονός που είχε επισημάνει η Αντιπροσωπεία της Σερβικής Εκκλησίας και κατά τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις. Ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος απαντώντας σε σχετική ερώτηση ερώτηση του δημοσιογράφου Darko Sukovich είπε χαρακτηριστικά: "Πρέπει να σας πω ότι ήμουν ένας από εκείνους που δεν υπέγραψαν το έκτο κείμενο" δηλαδή το κείμενο για τις "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον".

Το σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει επιπλέον ότι πηγές στην Ελλάδα αναφέρουν ότι το ίδιο κείμενο δεν υπέγραψε ούτε ο Μητροπολίτης Μπάτσκας Ειρηναίος και άλλες πηγές στη Σερβία αναφέρουν ότι το κείμενο δεν υπεγράφη από λίγους Σέρβους επισκόπους.”

Πολύ σημαντικές οι ειδήσεις που μας έρχονται από την Εκκλησία της Σερβίας. Τελικά οι Οικουμενιστές απέκρυψαν επιμελώς τα ονόματα πολλών ιεραρχών που αρνήθηκαν να υπογράψουν το προδοτικό για την Ορθοδοξία κείμενο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον” το οποίο προσδίδει εκκλησιαστικότητα στους αιρετικούς.

Mας χαροποιεί ιδιαίτερα επειδή πολλοί Σέρβοι Ιεράρχες δεν έκλιναν γόνυ τω Βάαλ του Οικουμενισμού και δεν υπέγραψαν το αιρετικό κείμενο.

Ψευδοσύνοδος, λοιπόν, και από αυτή τη σκοπιά, αποδεικνύεται η Σύνοδος της Κρήτης, αφού αποκρύβει τη στάση που τήρησαν πολλοί ιεράρχες που έλαβαν μέρος στις εργασίες της. Γι’ αυτό και θα προστεθεί στο μακρύ κατάλογο των ληστρικών συνόδων της εκκλησιαστικής μας Ιστορίας.

Να καταγράψουμε μόνο τη μεγάλη πικρία μας επειδή ο παράσπονδος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος κατόρθωσε να παγιδεύσει τους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο ώστε τελικά μόνον ένας δεν υπέγραψε το αιρετικό κείμενο.

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
=====

Η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας στη Σύνοδο της Κρήτης είχε ελάχιστη συνεισφορά στην όλη διαδικασία. Ήταν «σε όλα ναι» προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς καν να επιχειρηματολογεί...


Όσοι μίλησαν περισσότερο προκαλούσαν αρνητικά ή/και ειρωνικά σχόλια. Οι έχοντες σοβαρή σκέψη απέφυγαν να μιλήσουν... Ο Πατριάρχης κ. Θεόδωρος στη διαδικασία εντός της Συνόδου ουδέν το ουσιώδες προσέφερε. Όσα εκτός Συνόδου είπε προς τους «συμπατριώτες» του Έλληνες της Κρήτης ήσαν απλοϊκά και γλυκανάλατα. Οι Μητροπολίτες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας συμμετέσχον στη Σύνοδο, αλλά και να απουσίαζαν, δεν θα γινόταν αισθητή η απουσία τους...

«ΟΝΟΜΑΣΙΑ» ΚΑΙ «ΥΠΑΡΞΗ». ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗΝ ΒΑΤΟΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΧΩΡΗΒ


«ΟΝΟΜΑΣΙΑ» ΚΑΙ «ΥΠΑΡΞΗ». ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗΝ ΒΑΤΟΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΧΩΡΗΒ

Του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
=====

Κατά τη διαδικασία της τελικής διαμόρφωσης του κειμένου "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον" και μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις και αντεγκλήσεις η Εκκλησία της Ελλάδος με ανακοίνωσή της ενημέρωνε ότι επιτεύχθηκε ομοφωνία των μελών της Συνόδου της Κρήτης με την αποδοχή της φράσης «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».

Η φράση αυτή αντικατέστησε την αρχική που έλεγε ότι «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Τόσο μάλιστα επιτυχή έκρινε την τροποποίηση αυτή ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ώστε δήλωσε πως «Μέ τήν τροπολογίαν αὐτήν πετυχαίνουμε μία συνοδική ἀπόφαση πού γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία περιορίζει τό ἱστορικό πλαίσιο τῶν σχέσεων πρός τούς ἑτεροδόξους ὄχι στήν ὕπαρξη, ἀλλά ΜΟΝΟ στήν ἱστορική ὀνομασία αὐτῶν ὡς ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν».

Πόσο κοντά όμως ή πόσο μακριά βρίσκεται η "ονομασία" από την "ύπαρξη"; Ας ακολουθήσουμε τον θεόπτη Μωυσή στο όρος Χωρήβ.

Ο Μωυσής ενώπιον της φλεγόμενης βάτου και καθώς ο Θεός του αναθέτει το έργο της εξόδου του λαού από την Αίγυπτο ρωτά τον Θεό: "ἰδοὺ ἐγὼ ἐξελεύσομαι πρὸς τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραήλ, καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτούς· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν ἀπέσταλκέ με πρὸς ὑμᾶς. ἐρωτήσουσί με· τί ὄνομα αὐτῷ; τί ἐρῶ πρὸς αὐτούς;" (Εξ.3, 13). Η απάντηση του Θεού στο Μωυσή είναι γνωστή: "καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Μωυσῆν λέγων· ἐγώ εἰμι ὁ ὤν"(Εξ. 3,14). Η ερώτηση του Μωυσή αφορούσε στο όνομα του Θεού. Η απάντηση του Θεού παρουσίαζε σε εκείνον και στο λαό την ίδια την ύπαρξη του Θεού.

Ονοματίζουμε κάτι που έχει ύπαρξη. Ο τρόπος που αποκαλούμε κάποιον είναι δηλωτικός της ίδιας του της ύπαρξης. Δεν μπορούμε να πούμε "εκκλησία" τον Παπισμό, ακόμη κι αν ιστορικά χρησιμοποιήθηκε σε δεδομένες στιγμές ο όρος αυτός, γιατί οι Παπικοί σήμερα επιζητούν εκκλησιαστική αναγνώριση από τους Ορθοδόξους στα πλαίσια της σχεδιαζόμενης οικουμενιστικής ενότητας. Η Σύνοδος της Κρήτης έπρεπε ξεκάθαρα να απορρίψει από τούδε και στο εξής τη χρήση του όρου "εκκλησία" όταν γίνεται λόγος για τους ετεροδόξους, να επαναλάβει τις αιρετικές κακοδοξίες που απέκοψαν Παπικούς και Προτεστάντες από την Μία Ορθόδοξη Εκκλησία και να απευθύνει προς αυτούς κάλεσμα μετανοίας και επιστροφής στην Αγία Εκκλησία. Η τελική διατύπωση του κειμένου δεν προστατεύει την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Άλλωστε αυτή δεν έχει ανάγκη προστασίας! Έχει διατρανωθεί από τους αγίους Πατέρες και τις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Το ορθόδοξο πλήρωμα έχει ανάγκη προστασίας από λεκτικούς ακροβατισμούς που μεθοδικά κατασκευάζονται για την εξυπηρέτηση των οικουμενιστικών οραματισμών δήθεν ενότητας όλων των χριστιανών, Ορθοδόξων και αιρετικών.

ΠΗΓΗ:

Θρησκευτικά,


Ορθόδοξος Τύπος

Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗ; Θ΄


Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗ;
Θ΄

Του Γραφείου επί των αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς
=====

17.) Παρά κάτω καταπιάνεστε με την § 20 του κειμένου όπου «γίνεται λόγος για τις προοπτικές των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες που προσδιορίζονται επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως που θέτουν οι κανόνες 7 της Β´ Οικουμενικής και 95 της Πενθέκτης». Σχετικά με την § 20 παραθέσαμε μερικά αποσπάσματα από μια πολύ σημαντική μελέτη του πρωτ. π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου, εφημέριου του Ιερού Ναού αγίου Νικολάου Πατρών, επειδή κατά την γνώμη μας ο π. Αναστάσιος αναλύει το θέμα με μεγάλη επιτυχία και πληρότητα. Τι έχετε να πείτε πάνω στις επισημάνσεις του ως άνω κληρικού; Είναι λανθασμένες; Και αν ναι, που διαπιστώνετε λάθη; Περιμένουμε μια απάντηση.

18.) Παρά κάτω καταπιάνεστε με την εκφρασθείσα «αντίρρηση ότι στη σύνοδο μετέχει ένας περιορισμένος αριθμός επισκόπων από κάθε Εκκλησία»: «Είναι σαφές από την ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων ότι οι πλείονες των επισκόπων προήρχοντο από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ παρίστατο ένας μικρός αριθμός εκπροσώπων από τα υπόλοιπα Πατριαρχεία, οι οποίοι και κατέθεταν την άποψη των Εκκλησιών τους. Εκτός από την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία εκλήθησαν όλοι οι επίσκοποι, όταν από αυτή εισήχθη το Μητροπολιτικό σύστημα στη διοίκηση της Εκκλησίας, ήταν παρόντες 3 επίσκοποι από κάθε επαρχία, όταν δε με την Δ´ Οικουμενική καθιερώθη ο θεσμός της Πενταρχίας, ήταν αναγκαία η συμφωνία των 5 Πατριαρχείων ως απαραίτητος όρος κανονικής συγκλήσεως της Συνόδου». Σχολιάσαμε ότι «παντελώς αμάρτυρος στην Ορθόδοξη Παράδοση αποτελεί ο ισχυρισμός ότι κατά τας Συνόδους προσεκαλούντο πάντοτε μόνον τριμελείς η ολιγομελείς αντιπροσωπείαι εξ εκάστης επαρχίας. Τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με τον αριθμό των συνοδικών μελών, που έλαβαν μέρος κατά τις Οικουμενικές Συνόδους, μαρτυρούν όχι αντιπροσώπευση, αλλά την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή επισκόπων από όλες τις επαρχίες της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Έτσι ο αριθμός των επισκόπων που έλαβαν μέρος κατά την Α΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ήταν 318, κατά την Β΄  150, κατά την Γ΄  200, κατά την Δ΄  630,  κατά την Ε΄   165, κατά την ΣΤ΄ 289,  κατά την Πενθέκτη 240, κατά την Ζ΄ 367, ενώ κατά την Η΄ 383.…Επίσης η ανάπτυξη του μητροπολιτικού συστήματος ουδέποτε ελειτούργησε ουσιαστικά εις βάρος του επισκοπικού αξιώματος. Και τούτο, διότι σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, ο κάθε επίσκοπος κάθε τοπικής Εκκλησίας, και της μικρότερης ακόμη, εκπροσωπεί με το ποίμνιό του ένα ζωντανό μέρος της Καθολικής Εκκλησίας. Η απουσία του όχι μόνο τραυματίζει την ολοκληρία του σώματος του Χριστού, αλλά και στερεί την δυνατότητα να εκφρασθεί από όλους η συνείδηση του  πληρώματος της Εκκλησίας, την οποία φαίνεται ότι φοβούνται οι υπεύθυνοι για την προετοιμασία και σύγκληση της Συνόδου…..». 

Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.


(Συνεχίζεται)

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΚΡΑΙΩΝ ΠΟΥ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΚΡΑΙΩΝ  ΠΟΥ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

Πολλοί αναφέρονται τούτες τις μέρες σε φανατισμούς, φονταμεταλισμούς και ακρότητες, σχετικά με τις αποφάσεις της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης.  Κυρίως οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονταν σε φανατισμό και φονταμενταλισμό, αφορούσαν την αδιάκριτη ομαδοποίηση των ακραίων που κατέληγαν σε απαράδεκτο υβρεολόγιο και εκείνων που επέμεναν στην Ορθόδοξη θεολογική ακρίβεια. Αυτή η εμπαθής ταύτιση όσων κατέφευγαν σε υβριστικές ακρότητες, με τους επιμένοντες στην Ορθόδοξη θεολογική ακρίβεια, γινόταν από την άλλη ακρότητα, τους εκφραστές δηλαδή του ολισθαίνοντος οικουμενισμού.  Είναι γεγονός ότι αποτελούν  ακρότητες και οι εκπτώσεις σε θέματα Ορθοδοξίας.

Είναι τα δύο άκρα για τα οποία μίλησε ο Άγιος Παΐσιος. «Τα δύο άκρα πάντα ταλαιπωρούν την Μητέρα Εκκλησία», όπως έλεγε χαρακτηριστικά.  Αν παρατηρήσει κανείς το ‘’είδος’’ των χαρακτηρισμών που ακατάσχετα χρησιμοποιήθηκε στις μέρες τούτες, θα αντιληφθεί τι σημαίνει ακρότητα.

Όταν χρειάστηκε ο Άγιος Παΐσιος να ομολογήσει την Ορθόδοξη Πίστη του, δεν φείσθηκε να χρησιμοποιήσει και αυστηρές εκφράσεις για τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα (που στις μέρες μας και για την πράξη του αυτή ‘’μεγάλο οραματιστή’’ τον χαρακτήρισαν), όπως το «αγάπησε μια κοσμική γυναίκα», στη γνωστή επιστολή προς τον Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο. Απόδειξη ότι η επιστολή αυτή δεν ήταν τούτο ολίσθημα ακρότητας από μέρους του Αγίου Παϊσίου, αποτελεί και το γεγονός ότι στην ίδια αυτή επιστολή ο Άγιος, μίλησε και για τους υποπίπτοντες σε ακρότητες.  Επιπρόσθετα με αυτά ο Άγιος Παΐσιος ομιλεί με περισσή αγάπη για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα. Αυτό εξάλλου απαιτεί το κάλλος της εν αληθεία αγάπης.

Αντί επιλόγου θα δανειστώ αυτό που ανάφερε ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης σε  κείμενό του που επιγράφεται ‘’Σκέψεις περί της συμμετοχής των Ορθοδόξων εις την Οικουμενικήν κίνησιν και το Π.Σ.Ε.’’: «Οι Ορθόδοξοι οικουμενισταί επιθυμούν σφόδρα τους διαλόγους μετά των ετεροδόξων όχι όμως και μετά των Ορθοδόξων.  Προς αποκλεισμόν των διαφωνούντων Ορθοδόξων προς τα οικουμενιστικά των ανοίγματα, τους χαρακτηρίζουν ως φανατικούς ή φονταμεταλιστάς, προκειμένου να τους θέσουν εκτός μάχης. Λησμονούν όμως ότι φανατικοί δεν είναι μόνον οι ακραίοι αντιοικουμενισταί, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον αντιοικουμενισμόν για να αποκτήσουν οπαδούς, αλλά και οι ακραίοι οικουμενισταί, εφόσον με ολοκληρωτικόν πνεύμα  προσπαθούν να επιβάλουν τας ατομικάς των απόψεις επί της Εκκλησίας, αδιαφορούντες εάν έπωνται τοις Αγίοις Πατράσι και εάν εκφράζουν την συνείδησιν της Εκκλησίας. Τα αντίθετα άκρα ως γνωστόν συναντώνται και αποτελούν τας δύο όψεις του ιδίου νομίσματος»*. Θα επαναλάβω τον λόγο του Αγίου Παϊσίου, ότι «τα δύο άκρα πάντα ταλαιπωρούν την Μητέρα Εκκλησία».

*Περιοδικό ‘’Όσιος Γρηγόριος’’ – Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, αρ. 38

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΑΡΙΘΜΟΣ 109


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
______

Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως “Οι φίλοι του Αγίου Όρους”, Αριθμός 109, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016, Λευκωσία, Κύπρος, σσ. 112.

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Πλούσιο όπως πάντα και το παρόν τεύχος της “Ορθόδοξης μαρτυρίας” με κείμενα ορθοδόξου πνευματικότητας.

Το εκτενές αφιέρωμα του τεύχους είναι για τις Εκκλησιαστικές Ακολουθίες. Έτσι το περιοδικό κατορθώνει να συμβάλει πολύπλευρα στη λειτουργική αγωγή των αναγνωστών του. Αρχίζει με ένα εισαγωγικό σημείωμα του κ. Συμεών Πηγαδουλιώτη και περιλαμβάνει 19 συνολικά κείμενα που αναφέρονται σε επιμέρους Ακολουθίες της Εκκλησίας.

Το περιοδικό περιλαμβάνει επίσης πατερικά κείμενα, αγιολογικά άρθρα με ειδική αναφορά σε σύγχρονες Άγιες μορφές και τη συνοδική Εγκύκλιο της Εκκλησίας της Κύπρου για τις εκτρώσεις.

Το τεύχος κλείνει με αναφορά σε εκκλησιαστικά γεγονότα της περιόδου και βιβλιοκρισίες.

Ακόμη ένα τεύχος του παραδοσιακού περιοδικού που επιμελείται με πολύ κόπο ο γνωστός θεολόγος κ. Ανδρέας Κυριακού.


Το τεύχος έχει ήδη αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του περιοδικού “Ορθόδοξη Μαρτυρία” στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.orthodoximartyria.com/periodiko/109_Spring_Summer_2016.pdf

Wednesday, July 6, 2016

ΟΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ κ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΝΩΤΗ, ΓΙΑ ΤΙΣ ‘’ΕΠΙΜΑΧΕΣ’’, ΟΠΩΣ ΤΙΣ ΚΑΛΕΣΕ, ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΤΟΥ 9ου ΚΑΙ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ


ΟΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ κ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΝΩΤΗ, ΓΙΑ ΤΙΣ ‘’ΕΠΙΜΑΧΕΣ’’, ΟΠΩΣ ΤΙΣ ΚΑΛΕΣΕ, ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΤΟΥ 9ου ΚΑΙ  ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

Στο πρόσφατο κείμενο του καθηγητή κ. Αριστείδη Πανώτη, που τιτλοφορείται «Η Θείω Πνεύματι κραταιωθείσα Σύνοδος της Κρήτης» (amen.gr), μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής, για τις δύο Συνόδους επί Αγίου Φωτίου του Μεγάλου και Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, σε σχέση με τις διαφορές Ορθοδοξίας και Παπισμού: «Μάλιστα μερικά που χωρίζουν  και υποδείχθηκαν από συνοδικές αποφάνσεις, όπως οι επίμαχες Σύνοδοι του Θ΄ και του ΙΔ΄ αιώνα που συνήλθαν υπό το κράτος αντιπαλότητας και γι’ αυτό οι σώφρονες παλαιότερες γενεές των αρχιερέων απέφυγαν επί αιώνες να τις καταστήσουν μόνιμες αφορμές διενέξεων και γι’ αυτό δεν υπάρχει Σύνοδος που να τις επεκύρωσε».

Δυστυχώς η επιμέλεια πολλών να κληθούν οι αιρέσεις ‘’εκκλησίες’’ ανεξαρτήτως των τόσων διαφωνιών, δεν άφησε περιθώρια να ακουστεί η εισήγηση στη Θεολογική – Επιστημονική Ημερίδα, που διοργάνωσαν οι Ιερές Μητροπόλεις Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων και Πειραιώς και η Σύναξις Κληρικών και Μοναχών, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 2016, που ζητούσε την ‘’πανορθόδοξη αναγνώριση των θεωρουμένων απ’ όλους τους Ορθοδόξους δύο Συνόδων του 9ου και 14ου αι. ως Οικουμενικών, δηλ. της Η΄ επί Μ. Φωτίου το 879 μ.Χ., και της Θ΄επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά το 1351μ.Χ.’’. Θα επαναλάβω την αναφορά αυτή «των θεωρουμένων απ’ όλους τους Ορθοδόξους ως Οικουμενικών», καθότι αυτή είναι η εκκλησιαστική πραγματικότητα στο θέμα τούτο.

Γιατί «επίμαχες οι Σύνοδοι του Θ΄ και του ΙΔ΄ αιώνα»; Απαντούμε στον κ. Αριστείδη Πανώτη, ότι δεν «συνήλθαν υπό το κράτος αντιπαλότητας», με την έννοια που το αναφέρει, αλλά συγκροτήθηκαν για δογματικούς λόγους.  Το έτος 879μ.Χ. με τη συγκροτηθείσα  Σύνοδο, διαφυλάχθηκε η Εκκλησία από τη  αίρεση του Filioque. Μη λησμονούμε ότι στη Σύνοδο αυτή συμμετείχαν και εκπρόσωποι του Πάπα Ρώμης Ιωάννου Η΄. Η αιρετική προσθήκη του Filioque έπρεπε να καταδικασθεί. «Τις ου κλείσει τα ώτα προς την υπερβολήν της βλασφημίας ταύτης;  Αύτη κατά των Ευαγγελίων ίσταται, προς τας αγίας παρατάσσεται Συνόδους», αναφέρει ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας. Ιδού η πραγματική αντιπαλότητα, αυτή που αναφέρει ο Μέγας Φώτιος, ότι «αύτη κατά των Ευαγγελίων ίσταται, προς τας αγίας παρατάσσεται Συνόδους». Και αυτή η αντιπαλότητα καθιστά την αναγνώριση της ως Οικουμενική. Το δεύτερο που καταδίκασε η συγκροτηθείσα  Σύνοδος το έτος 879μ.Χ., ήταν το εξουσιαστικό Πρωτείο του Πάπα, για το οποίο άχρι του νυν, γίνονται πάμπολλες αναφορές του τύπου ‘’εμείς στην Ορθοδοξία δεν έχομε Πάπα’’ κ.ο.κ.

Όσο αφορά την επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά το έτος 1351μ.Χ. συγκροτηθείσα Σύνοδο, σκοπό είχε να πολεμήσει την βαρλααμική πλάνη, την αιρετική δηλαδή διδασκαλία περί κτιστής Θείας Χάριτος που αποδέχονται οι Παπικοί και όχι άλλες αντιπαλότητες που υπονοεί ο κ. Αριστείδης Πανώτης. Για τούτο η εκκλησιαστική συνείδηση, «Εκκλησίας διδάσκαλον» εκάλεσε τον «μέγαν και αξιάγαστον» Ομολογητήν αυτόν της Εκκλησίας μας. Και φυσικά το ψαλλόμενο «Ορθοδοξίας ο φωστήρ, Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλε», επεξηγεί ότι ο φωστήρ αυτός της Ορθοδοξίας, αποτελεί στήριγμα της Μίας Αγίας Εκκλησίας, της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Όταν ψάλλομε «τα ρείθρα των θείων διδαχών σου φυλάττοντες, πάσαν μηχανήν των κακοδόξων φεύγομεν», ή ψάλλομε «σοφίας μωράς των κακοδόξων, διέλυσας μάκαρ του Θεού», ή «την πλάνην κατέφλεξας των κακοδόξων σοφέ», αντιλαμβανόμαστε ποιους  η εκκλησιαστική συνείδηση εννοεί κακοδόξους. Γιατί λοιπόν «επίμαχες οι Σύνοδοι του Θ΄ και του ΙΔ΄ αιώνα»;