Wednesday, March 2, 2016

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΣΥΜΕΩΝ ΠΡΟΙΔΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΣΥΜΕΩΝ ΠΡΟΙΔΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Είναι φανερόν ότι στην Εκκλησία της Ελλάδος η πλάστιγγα έχει γύρει αποφασιστικά υπέρ της απόρριψης του κακόδοξου κειμένου της ε΄ Προσυνοδικής Διάσκεψης που αφορά τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τους ετερόδοξους.

Η επιστολή του Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Συμεών δείχνει ότι υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις εκ μέρους των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος για τη συγκρότηση και τη θεματολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Παρόλον ότι η αναφορά του Σεβ. Νέας Σμύρνης δεν είναι απολύτως αρνητική έναντι του κειμένου διατυπώνει με σαφήνεια τους φόβους του ότι ένα κείμενο που δεν είναι διατυπωμένο με δογματική και κανονική ακρίβεια είναι δυνατόν να προκαλέσει σεισμό αντιδράσεων στη συνείδηση των πιστών.

Οι αντιρρήσεις του Σεβ. Νέας Σμύρνης δεν εστιάζονται μόνον στο κακόδοξο κείμενο της Προσυνοδικής Διάσκεψης για τον Οικουμενισμό. Εκφράζει με έντονο τρόπο τη διαφωνία του για τη μη συμμετοχή όλων των επισκόπων της Ορθοδοξίας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και τη λύπη του επειδή σοβαρά θέματα, όπως ο τρόπος ανακήρυξης του Αυτοκεφάλου και το Ημερολογιακό ζήτημα, δεν συμπεριλήφθηκαν στο θεματολόγιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Η παρέμβαση του Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Συμεών έχει μεγάλη σπουδαιότητα και προδικάζει εν πολλοίς την απόφαση που θα εκδώσει η ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Ευχαριστούμε θερμά και υικά τον Σεβ. Νέας Σμύρνης για την παρέμβασή του και κατανοούμε πλήρως την απόφασή του να μη συμμετάσχει για προσωπικούς λόγους στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ


ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Η πανορθόδοξη αντίδραση για το αιρετικό κείμενο της ε΄ Προσυνοδικής Διάσκεψης που αφορά τις σχέσεις Ορθοδοξίας και ετεροδόξων συνεχίζεται και κλιμακώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.

Στην Εκκλησία της Βουλγαρίας ομάδα κληρικών, μοναχών και λαικών απευθύνουν ανοιχτή ηλεκτρονική επιστολή προς τον Μακαριότατο Πατριάρχη Νεόφυτο και την περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Βουλγαρίας με την οποία τον προτρέπουν να απορρίψει το αιρετικό κείμενο και να στοιχηθεί με τους επισκόπους, άλλους κληρικούς και μοναχούς της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Κύπρου που εκδηλώθηκαν δημόσια εναντίον του αιρετικού κειμένου.

Ως γνωστόν η Εκκλησία της Βουλγαρίας δεν είναι μέλος του ΠΣΕ και δεν συμμετέχει στο διάλογο της Ορθοδοξίας με τους Παπικούς. Θα ήταν οδυνηρή απογοήτευση για τους πιστούς αν η Εκκλησία της Βουλγαρίας δεν λάβει απόφαση με την οποία να καταδικάζει το αιρετικό κείμενο και να συντάσσεται με την Εκκλησία της Γεωργίας και σύντομα και της Ελλάδος που θα τηρήσουν ορθόδοξη στάση.

Χαιρόμαστε ιδιαίτερα για τους αγώνες των Βούλγαρων εν Χριστώ πατέρων και αδελφών μας και αναμένουμε ότι σύντομα και με σαφήνεια η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Βουλγαρίας θα πάρει κατά Θεόν απόφαση για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: "ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ" ΣΑΜΠΕΖΥ 2015

Του π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου
=====

 3. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
=====

Παράλληλα όμως στο εισαγόμενο προς επικύρωση Κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ (2015) υπάρχουν σημεία τα οποία όχι μόνο δεν αναπαύουν την εκκλησιαστική μας συνείδηση, αλλά ακυρώνουν ουσιαστικά τα ανωτέρω θετικά σημεία του, και το καυιστούν από θεολογικής απόψεως εξαιρετικά προβληματικό έως απαράδεκτο:

1. ΑΣΑΦΕΙΕΣ και ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ του ΚΕΙΜΕΝΟΥ: 

Το κείμενο της Ε΄ Π.Π.Δ. για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» αδιαμφισβήτητα οφείλει να είναι κατ’ εξοχήν θεολογικό και εκκλησιολογικό. Άπτεται σημαντικών ζητημάτων της Ορθοδόξου θεολογίας και δη και της αυτοσυνειδησίας μας ως Ορθοδόξων Χριστιανών. Συνεπώς ένα τέτοιου επιπέδου Συνοδικό Κείμενο με σαφή δογματικο - εκκλησιολογικό  προσανατολισμό θα έπρεπε να διακρίνεται για την απόλυτη σαφήνεια των νοημάτων και την λεπτολόγο ακρίβεια στη διατύπωσή του, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για πολλαπλές ερμηνείες ή και ηθελημένες παρερμηνείες. Δυστυχώς, όμως, στο Κείμενο αυτό συναντούμε σε καίρια σημεία του μεγάλες ασάφειες, ενώ δεν απουσιάζουν και θεολογικές αντινομίες και αντιφάσεις, που επιτρέπουν τις πλέον ετερόκλητες (παρ)ερμηνείες του. Αν στο πλαίσιο της «πολιτικής ορθότητας» οι ασάφειες χαρακτηρίζονται συχνά ως «δημιουργικές», στο χώρο της πίστεως και της δογματικής αποδεικνύονται πάντοτε καταστροφικές!

2. ΜΙΑ  ή  ΠΟΛΛΕΣ οι ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ (§ 6 κεξ);

α) Παρά την προαναφερθείσα σαφή εκκλησιολογική διακήρυξη ότι «κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» (§ 6), η οποία αποκλείει την ύπαρξη άλλων «Εκκλησιών» ή τη διαίρεση της Μίας Εκκλησίας, στη συνέχεια το Κείμενο αναφέρεται πολύ συχνά σε «Εκκλησίες» χωρίς να διευκρινίζει με ποια έννοια χρησιμοποιείται η λέξη. Η ασάφεια αυτή δίνει τη δυνατότητα παραβλέποντας τη δήλωση ότι «κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» (§ 6), να  ομιλούν ορισμένοι[15] για αναγνώριση της “εκκλησιαστικότητας” των ετεροδόξων. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ανεξάρτητα από τις πολλές πλάνες και τη διαστρέβλωση της ευαγγελικής Αλήθειας, ανεξάρτητα από τις πολλές καταδίκες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, όλες αυτές οι αιρετικές κοινότητες: α) αποτελούν ένα μέρος -δεν προσδιορίζουν τι ακριβώς εννοούν- της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, β) έχουν έγκυρα και υποστατά ιερά Μυστήρια, τα οποία παρέχουν πλήρη Θ. Χάρη και τελικά γ) οι αιρετικές αυτές Κοινότητες παρέχουν σώζουσα Χάρη Θεού, όπως ακριβώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία!
β) Είναι πρόδηλο ότι η χρήση του όρου «Εκκλησία» για τις αιρετικές Κοινότητες υπό αυστηρή εκκλησιολογική θεώρηση, δε μπορεί να γίνει δεκτή από την Ορθόδοξη συνείδηση, διότι εισάγει στην Ορθόδοξη θεολογία νέα εκκλησιολογία η οποία δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με την Ορθόδοξη θεολογία και πατερική Παράδοση. Αποτελεί εισαγωγή τής προτεσταντικής θεωρίας των “κλάδων”, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δ. Τσελεγγίδης[16], και της νέας εκκλησιολογίας της Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία ανήγαγε την θεωρία του Καλβίνου για τα «vestigia ecclesiae» (στοιχεία Εκκλησίας) σε βασικό στοιχείο της θεολογίας της[17]! Επίσης, σοβαρές επιφυλάξεις διατύπωσε και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος στην από 18.1.2016 επιστολή του προς την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνοντας μεταξύ άλλων: «Γιατί η φράση της επικεφαλίδας “προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον” κατέληξε στην φράση  “ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών”;  Υπάρχουν Χριστιανικές Εκκλησίες εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας; … Επομένως, στο κείμενο αυτό πρέπει να διευκρινισθή ακόμη περισσότερο το περιεχόμενό του σε σχέση με την επικεφαλίδα, για να μη δημιουργείται σύγχυση και ασάφεια. Ενώ η επικεφαλίδα είναι σαφής: ”Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον”,  στο περιεχόμενο υπάρχουν μερικές ασάφειες, ωσάν να “αναγνωρίζονται” και άλλες Εκκλησίες, εκτός της Μίας Ορθοδόξου Εκκλησίας και ωσάν να επιχειρείται η ενότητα, από την υπάρχουσα διάσπαση»[18]. Στην ίδια συνάφεια και ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος στην από 11.2.16 επιστολή του προς την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου τονίζει: «Δεν υπάρχουν δηλαδή άλλες Εκκλησίες αλλά μόνον αιρέσεις και σχίσματα, εάν θέλουμε να ακριβολογούμε στους ορισμούς μας … Εμείς ομολογούμε μία Εκκλησία και όλα τα άλλα αιρέσεις και σχίσματα. Θεωρώ ότι θεολογικά και δογματικά και νομοκανονικά η απόδοση του τίτλου «Εκκλησία» σε αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες είναι παντελώς λανθασμένη γιατί μία είναι η Εκκλησία του Χριστού, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 1, και δεν μπορεί να ονομασθή από εμάς μία αιρετική ή σχισματική κοινότητα ή ομάδα ως Εκκλησία, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας» και ευλόγως διερωτάται ο Άγιος Λεμεσού: «Πότε οι άγιοι Πατέρες μας και πότε και πού στα κείμενα των ιερών κανόνων και των όρων των Οικουμενικών ή Τοπικών Ιερών Συνόδων απεκλήθησαν οι αιρετικές ή οι σχισματικές ομάδες ως εκκλησίες; Εάν είναι εκκλησίες οι αιρέσεις τότε πού είναι η μοναδική και Μια Εκκλησία του Χριστού και των Αγίων Αποστόλων[19].

γ) Θεωρούμε ότι επιβάλλεται στο κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ - προκειμένου να αποκλειστεί κάθε προσπάθεια αλλοίωσης του φρονήματος της Εκκλησίας - να χρησιμοποιηθεί ο όρος «Εκκλησία» αποκλειστικά και μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας ή εναλλακτικά να προσδιοριστεί ρητά ότι  ο όρος «Εκκλησία» εν τη θεολογική και εκκλησιολογική εννοία του ως το «Σώμα του Χριστού» αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού, κάθε άλλη δε χρήση του για άλλες εκκλησια-στικές Κοινότητες είναι αποδεκτή μόνο συμβατικώς και καταχρηστικώς. Είναι σαφές ότι μια τέτοια διατύπωση είναι θεολογικώς άκρως απαραίτητη, «έστω και αν αυτό κακοφαίνεται ενδεχομένως εις τους εκτός της δικής μας Εκκλησίας ευρισκομένους»[20], και για να είμαστε ειλικρινείς, θα κακοφανεί ακόμα και σε  ορισμένους εντός της δικής μας Εκκλησίας …
  
δ) Επίσης, στην ίδια παράγραφο (§ 6) αναφέρεται ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Δε διευκρινίζεται τι σημαίνει η φράση «αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν». Αν είναι μια απλή, αυτονόητη ασφαλώς,  ιστορική διαπίστωση, είναι όχι μόνο εντελώς περιττή, αλλά δημιουργεί και ερμηνευτικά προβλήματα. αν υποδηλώνει εκκλησιολογική αξιολόγηση θα έπρεπε να δηλώνεται σαφέστερα και να προσδιοριστεί επακριβώς τι εννοείται, προκειμένου να μην επιδέχεται ποικιλία ερμηνειών. Δε νοείται αυτού του υψηλού επιπέδου αποφάσεις να μην τολμούν να διατυπώσουν με σαφήνεια την εκκλησιολογία που πρεσβεύουν. Αξίζει όμως να επισημάνουμε ότι η φράση αυτή είναι πολύ πιο άτονη, άνευρη και εκκλησιολογικώς υποτονισμένη από αυτή της εισηγήσεως της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής (1971) στο κείμενο «Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία»: «Διό και η αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία … αναγνωρίζει, καίτοι αυτή ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οντολογικήν ύπαρξιν όλων τούτων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών»[21]. Στην Γ΄ ΠΠΔ έγινε εκτεταμένη συζήτηση[22] επ’ αυτού του σημείου, και έτσι το τελικό κείμενο της Γ΄ ΠΠΔ διαμορφώθηκε ως εξής: «αναγνωρίζει την πραγματικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών»[23]. Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την προοδευτική εκκλησιολογική απαξίωση των «Χριστιανικών Εκκλησιών»: Η φράση «οντολογική ύπαρξις όλων τούτων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» της Διορθοδόξου του 1971, τροποποιήθηκε στην Γ΄ ΠΠΔ του 1986 σε «πραγματική ύπαρξις όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» (§ 2), για να καταλήξει στην Ε΄ ΠΠΔ του 2015 σε: «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» (§ 6)!

Ασφαλώς και η τελευταία αυτή διατύπωση υπό αυστηρή εκκλησιολογική θεώρηση, η οποία επιτάσσει λεπτολόγο ακρίβεια και σαφήνεια στη διατύπωση συνοδικών-δογματικών κειμένων, όπως ήδη αναφέραμε, δε μπορεί να γίνει δεκτή από την Ορθόδοξη συνείδηση. Ελπίζουμε, ευχόμαστε και προσευχόμαστε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος «επομένη τοις αγίοις Πατράσι», στοιχιζόμενη στις προ αυτής Ορθόδοξες Συνόδους και  συσκεπτόμενη εν Αγίω Πνεύματι, να μην προσδώσει τον ύψιστο και πανίερο χαρακτηρισμό «Εκκλησία» σε χριστιανικές Κοινότητες και Ομολογίες που έχοντας αποκλίνει από την Αλήθεια καταδικάστηκαν από Οικουμενικές, Τοπικές Συνόδους, ομοφώνως από τους Πατέρες και σύνολη την Ορθόδοξη εκκλησιαστική μας Παράδοση μέχρι σήμερα. Είναι απαίτηση της διαχρονικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο!

ε) Πουθενά στο Κείμενο δεν προσδιορίζεται, όπως θα έπρεπε, σε ποιους συγκεκριμένα αναφέρονται οι όροι «διεστώτες[24], εγγύς και μακράν» (§ 4) «Χριστιανικός Κόσμος» (§ 8) και «χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες»(§ 6). Ευλόγως ερωτά ο Μητρ. Λεμεσού Αθανάσιος «ποιά η διαφορά τους και ποιό στοιχείο τις χαρακτηρίζει ώστε άλλες να ονομάζονται Εκκλησίες και άλλες Ομολογίες; Ποιά είναι Εκκλησία και ποιά η αιρετική και ποία η σχισματική ομάδα ή ομολογία[25]. Διερωτώμαστε, η Ε΄ ΠΠΔ με την απόφασή της αναφέρεται μόνο στις Ομολογίες με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται σε διάλογο (δηλ. Προχαλκηδόνιοι[26], Ρωμαιοκαθολικοί[27], Παλαιοκαθολικοί[28], Λουθηριανοί[29], Αγγλικανοί[30], Μεταρρυθμισμένοι[31]) ή σε όλες τις “Εκκλησίες”-μέλη του ΠΣΕ (περισσότερες από 345, από Νεστοριανούς μέχρι και Κουάκερους, Στρατό της Σωτηρίας, νεοπροτεστάντες, πεντηκοστιανούς, free Churches κοκ); Η ανεπίτρεπτη αυτή έλλειψη προσδιορισμού και συνεπακόλουθα η γενικότητα και η ασάφεια στη διατύπωση αυτή καθιστά συνολικά το Κείμενο ιδιαίτερα προβληματικό.

Δε θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι υπό τον αυτό όρο στεγάζονται ενιαία αιρετικές ομάδες που αρνούνται όλες ή τις περισσότερες Οικουμενικές Συνόδους, αρνούνται όλα τα μυστήρια, αρνούνται το αειπάρθενο της Θεοτόκου, αρνούνται την τιμή προς τη Θεοτόκο, τους Αγίους και τον Τίμιο Σταυρό, αρνούνται την αποστολική διαδοχή, αρνούνται σύνολη την ιερή παράδοση και αυτόν τον Κανόνα της Αγ. Γραφής! Είναι εξαιρετικά θλιβερό να διαπιστώνουμε ότι η Β΄ Βατικανή έκανε πολύ πιο προσεκτική και υπεύθυνη δουλειά στο «περί Οικουμενισμού» (Unitatis Redintegratio) διατάγμά της: κατηγοριοποίησε σε ομάδες και αξιολόγησε αναλόγως τις ετερόδοξες γι’ αυτή Χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, ενώ η Ε΄ ΠΠΔ τις έθεσε όλες μαζί στο ίδιο “τσουβάλι”[32]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[17] Π. Χίρς, Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου, εκδ. Uncut Mountain  Press, 2014, σ. 177  κ.εξ.
[18] 1η  επιστολή Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου (αρ. πρωτ. 11/18.1.2016) «Προς την Αγίαν και Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος» , στο  http://www.impantokratoros.gr/dat/storage/dat/D2D27B0E/naupaktou_1.pdf
[20] Χριστόδουλος, Μητροπολίτης Δημητριάδος (μετέπειτα Αθηνών), κατά τη συνεδρίαση της Γ΄ ΠΠΔ (Σαμπεζύ 1986),Συνοδικά ΙΧ,  σ. 107.
[21]  Συνοδικά, ΙΧ, σ. 107, Γραμματεία Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου 16-28 Ιουλίου 1971, έκδ. Ορθόδοξο Κέντρο Οικουμενικού Πατριαρχείου Chambesy Γενεύης 1973, σ. 143,  και  Γραμματεία Προπαρα-σκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Προς την Μεγάλην Σύνοδον, 1, Εισηγήσεις, της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστική Επιτροπή επί των εξ θεμάτων του πρώτου σταδίου, έκδ. Ορθόδοξο Κέντρο Οικουμενικού Πατριαρχείου Chambesy Γενεύης 1971,  σ. 63.
[22]  Συνοδικά ΙΧ, σ. 104-108, 238-240. Στη συζήτηση αυτή έλαβαν μέρος ο Πρόεδρος της Διασκέψεως ο Μύρων (και μετέπειτα Εφέσου) Χρυσόστομος, ο Καρθαγένης (και μετέπειτα Αλεξανδρείας) Παρθένιος, ο Δημητριάδος (και μετέπειτα Αθηνών) Χριστόδουλος, ο Κιέβου Φιλάρετος, και οι Καθηγητές Θ. Ζήσης,  Γ. Γαλίτης, Βλ. Φειδάς.
[23]  Συνοδικά, ΙΧ, σ. 305.
[24]  Είναι εξαιρετικά λυπηρό η κατ’ εξοχήν δογματική απόφαση της Πανορθοδόξου Συνόδου να υιοθετεί και να χρησιμοποιεί τον όρο «διιστάμενοι» της Β΄ Βατικανής (Unitatis Redintergratto § 3, 4) και της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (Μansi 31, 1028ΑΒ)  και όχι την ορολογία της Αγ. Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων και σύνολης της πατερικής γραμματείας και των ιερών κανόνων για να προσδορίσει την ετεροδοξία (τις αιρετικές αποκλίσεις)  από την πατερική παράδοση…
[25] Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος, η από 11.2.2016 επιστολή προς την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας τςη Κύπρου, στοwww.imlemesou.org/images/20016/keimeno-g-sinodo.pdf
[26] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 12.
[27] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 12-13.
[28] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 11.
[29] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 13.
[30] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 10-11.
[31] Επίσκεψις, 369(15.12.1986), 13.

[32] Δυστυχώς με όλα αυτά  επιβεβαιώνεται τραγικά για μας,   ότι το αντίγραφο εξελίχθηκε σε κακέκτυπο του πρωτοτύπου…

(Συνεχίζεται)

Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΩΝ 24 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ


ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞ 24 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ
=====

Πρόκειται γιὰ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο ἔχει προκαλέσει σφοδρὲς ἀντιδράσεις στὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα, καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ καταδειχθεῖ κατωτέρω, ἡ τοιαύτη ἀντιπροσώπευσις ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ καινοτομία, ξένη πρὸς τὴν δισχιλιόχρονη συνοδικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Ἡ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἐπιχειρεῖ κατὰ τρόπο περίεργο, νὰ δικαιολογήσει αὐτὴ τὴν πρωτοφανῆ καινοτομία μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δῆθεν, κατὰ τὴν «συγκρότησιν καὶ τὴν λειτουργίαν πασῶν τῶν μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (325) συγκληθεισῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἤτοι μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος εἰς τὰς σχέσεις τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν», «προσεκαλοῦντο πάντοτε μόνον τριμελεῖς ἢ ὀλιγομελεῖς ἀντιπροσωπεῖαι ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας». Καὶ ὅτι «μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πατριαρχικοῦ συστήματος ὑπὸ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451), ἤτοι εἰς τὰς Ε΄, ΣΤ΄, καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικᾶς Συνόδους, ὀλιγομελεῖς ἤσαν αἳ ἀντιπροσωπεῖαι καὶ τῶν Πατριαρχικῶν θρόνων, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πολυμελῆ ἀντιπροσωπεία ἀρχιερέων τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ μειοῦται ἡ ἴση ἀξία τῆς ψήφου τῆς ἀντιπροσωπείας ἑκάστου Πατριαρχείου διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἀπαραιτήτου ὁμοφροσύνης τῶν Πατριαρχικῶν Θρόνων».

Ἡ Ἐγκύκλιος παρουσιάζει κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη, μία ἐλλιπῆ θεώρηση τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ προβλήματος. Κατ’ ἀρχὴν παντελῶς ἀμάρτυρος στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀποτελεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι κατὰ τὰς Συνόδους «προσεκαλοῦντο πάντοτε μόνον τριμελεῖς ἢ ὀλιγομελεῖς ἀντιπροσωπεῖαι ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας». Τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας σχετικὰ μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν συνοδικῶν μελῶν, ποὺ ἔλαβαν μέρος κατὰ τὰς Οἰκουμενικάς Συνόδους, μαρτυροῦν ὄχι ἀντιπροσώπευση, ἀλλὰ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ συμμετοχὴ ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπαρχίες τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος κατὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἦταν 318, κατὰ τὴν Β΄ 150,  κατὰ τὴν Γ΄ 200, κατὰ τὴν Δ΄ 630,  κατὰ τὴν Ε΄ 165, κατὰ τὴν ΣΤ΄ 289,  κατὰ τὴν Πενθέκτη 240,  κατὰ τὴν Ζ΄ 367, ἐνῶ κατὰ τὴν Η΄ 383. Ἡ ἀντιπροσώπευση, βεβαίως ἴσχυε, ἀλλὰ μόνον σὲ περίπτωση ἀδυναμίας κάποιων Ἐπισκόπων, ἢ Πατριαρχῶν νὰ παραβρεθοῦν στὴ Σύνοδο. 

Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἰωάννης Καρμίρης παρατηρεῖ σχετικῶς ὅτι «Αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἦσαν μεγάλαι συνελεύσεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ τῶν ἐξ’ ἁπάσης της χριστιανικῆς Οἰκουμένης ἐπισκόπων της Ἐκκλησίας, πρὸς κοινὴν συνδιάσκεψιν καὶ ἀπόφανσιν ἐπὶ σοβαρῶν δογματικῶν καὶ ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ἀναφερομένων εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐκκλησίαν, ὑφ’ ἢς ἀνεγνωρίζοντο καὶ ἐγένοντο δεκταὶ αἳ λαμβανόμεναι ἀποφάσεις» (Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμ.1, Ἀθήνα 1960, σέλ. 105-106).

Ἐπίσης ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος οὐδέποτε ἐλειτούργησε οὐσιαστικὰ εἰς βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Καὶ τοῦτο, διότι σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, ὁ κάθε ἐπίσκοπος κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῆς μικρότερης ἀκόμη, ἐκπροσωπεῖ μὲ τὸ ποίμνιό του ἕνα ζωντανὸ μέρος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπουσία του ὄχι μόνο τραυματίζει τὴν ὁλοκληρία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ στερεῖ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφρασθεῖ ἀπὸ ὅλους ἡ συνείδηση τοῦ  πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία φαίνεται ὅτι φοβοῦνται οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ σύγκληση τῆς Συνόδου. Δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ κανένα κριτήριο, οὔτε ποιμαντικό, οὔτε ἐκκλησιολογικὸ ἡ συμμετοχὴ μόνον εἰκοσιτεσσάρων Ἐπισκόπων ἀπὸ κάθε ἐκκλησία, πρᾶγμα ποὺ προσβάλλει καὶ τὴν ἰσότητα τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ ἐρωτηματικὰ γιὰ τὰ κριτήρια ἐπιλογῆς τῶν Ἐπισκόπων, ποὺ θὰ μετάσχουν. Μήπως εἶναι μειωμένης ἐπισκοπικῆς εὐθύνης καὶ ἀξίας οἱ ἐπίσκοποι ποὺ δὲν θὰ μετάσχουν στὴ Σύνοδο καὶ ποῦ ἀποτελοῦν τὴν μεγάλη πλειονότητα στὶς περισσότερες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες; Ποιὸς γνωρίζει καὶ ποιὸς θὰ μεταφέρει στὴ Σύνοδο τὶς σκέψεις, τὶς ἐκτιμήσεις καὶ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ποιμνίων τους; Παρέλκει βεβαίως νὰ τονιστεῖ τὸ γεγονός, ὅτι στὶς Ὀρθόδοξες Συνόδους, ἐκτὸς τῶν ἐπισκόπων συμμετεῖχαν καὶ κληρικοὶ κατωτέρων βαθμῶν, ὅπως Καθηγούμενοι, Ἀρχιμανδρίτες, Ἱερεῖς, Μοναχοί, καθὼς καὶ ὁ πιστὸς λαός. 

Δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἐπικείμενη Σύνοδος θὰ εἶναι μία Πανορθόδοξη Σύνοδος χωρὶς Ὀρθοδόξους. Εἶναι προφανὲς ὅτι μὲ τὸν ἀντιπαραδοσιακὸ αὐτὸ τρόπο τῆς δι’ ἀντιπροσώπων συγκροτήσεως τῆς Συνόδου ἀποφεύγεται ἡ πιθανότητα κάποιοι ἐπίσκοποι νὰ ἀντιδράσουν σὲ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ποὺ θὰ εἶναι ἀνατρεπτικές της Παραδόσεως, ἢ κάποια Τοπικὴ Ἐκκλησία νὰ ἔχει μεγαλύτερη δύναμη στὴν λήψη τῶν ἀποφάσεων, λόγω μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ Ἐπισκόπων.  

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΟΤΟΣ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΟΤΟΣ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ

Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού
=====

Απολυτίκιον
Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.

Ως δώρον θεόσδοτον, εν Κυρηνεία σοφέ,
δογμάτων επηύξησας την εκ Θεού δωρεάν, 
θεόφρον Θεόδοτε.
Σύ γαρ ομολογία αληθείας παμμάκαρ, 
έπαθες εν βασάνοις υπέρ Χριστου,αθλοφόρε,
ω πρέσβευε δεόμεθα, υπέρ των τιμώντων σε.

Σήμερα, 2 Μαρτίου, τιμούμε και γεραίρουμε ένα άγνωστο ιερομάρτυρα, ένα επίσκοπο αντάξιο του ονόματός του, τον Αγιο Θεόδοτο επίσκοπο της Κερύνειας (κατεχόμενης πόλεως της Κύπρου). Ο Άγιος γεννήθηκε το δεύτερο μισό του τρίτου μ.Χ, αιώνα την εποχή των διωγμών κι αναδείχθηκε επάξια επίσκοπος της πόλεως της Κερύνειας. Την εποχή των φοβερών διωγμών του Διοκλητιανού στις αρχές του δ΄ αιώνος, Ρωμαίος ηγεμόνας της Νήσου ήταν ο Αντίστιους Σαβίνος, άνθρωπος σκληρός, αδίστακτος και φανατικός λάτρης των ειδώλων. Ο Άγιος στάθηκε δίπλα στους μάρτυρες, που προτιμούσαν το θάνατο παρά να αρνηθούν το Χριστό. Ο Ηγεμόνας συνέλαβε τελικά και τον Άγιο, τον οποίο κάλεσε να αρνηθεί το Χριστό. Όμως αυτός ομολόγησε ευθαρσώς πίστη στον Εσταυρωμένο, με αποτέλεσμα  να βασανιστεί σκληρά. Μεταξύ άλλων τον έδερναν με μαστίγια από δέρμα βοδιών, τον έκλεισαν σε ανήλιαγη φυλακή, του κάρφωσαν τα πόδια με καρφιά, τον ξάπλωσαν σε πυρωμένο κρεβάτι. Ο Άγιος Θεόδοτος έμεινε στη φυλακή για δυο χρόνια μέχρις ότου ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο Άγιος και ισαπόστολος, νίκησε το Λικίνιο και τερματίστηκαν οι διωγμοί και στην Ανατολή. Τότε αποφυλακίστηκε μαζί με όλους τους μάρτυρες και γύρισε στην αγαπημένη  του επισκοπή, φέροντας σαν παράσημα τα στίγματα του μαρτυρίου. Δύο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την άνω Ιερουσαλήμ, τη βασιλεία των ουρανών. 


Ο ομολογητής επίσκοπος είναι παράδειγμα προς μίμησιν για όλους εμάς και κυρίως για τους επισκόπους. Οι επίσκοποι είναι φύλακες της Πίστεως δεν κανουν εκπτώσεις, ούτε παραχωρήσεις στους αιρετικούς και κακόφρονες αλλά διακηρύττουν και ατομικά και συνοδικά την αλήθεια της Πίστεως, χωρίς αιρετικές προσμίξεις. 

ΣΕ 20 ΧΡΟΝΙΑ, ΧΙΛΙΑΔΕΣ ‘’ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΑΝ’’ ΑΠΟ ΠΑΠΙΚΟΥΣ, ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ‘’ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ’’ ΚΛΠ.


ΣΕ 20 ΧΡΟΝΙΑ, ΧΙΛΙΑΔΕΣ ‘’ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΑΝ’’ ΑΠΟ ΠΑΠΙΚΟΥΣ, ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ‘’ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ’’ ΚΛΠ.

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

Η καλούμενη ‘’Παλαιά Ρωμαιοκαθολική εκκλησία’’ στην ιστοσελίδα της (orccgr.wix.com) κατηγορεί το Βατικανό ότι «σε αρκετές ‘’μοντέρνες’’ και προοδευτικές ενορίες στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στην Αυστραλία και αλλού, χάριν μιας ακραίας φεμινιστικής ιδεοληψίας, απαλείφθηκε το Όνομα της Αγίας Τριάδος κατά το Βάπτισμα, (‘’…εγώ σε βαπτίζω εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος’’) επειδή οι φεμινίστριες δεν θέλουν ν’ ακούν κάτι που να παραπέμπει στο ανδρικό φύλο (π.χ. Πατήρ, Υιός, κ.ά) αλλά κάτι το ουδέτερο. Έτσι για πάνω από 20 χρόνια, χιλιάδες παιδιά και ενήλικοι ‘’βαπτίστηκαν’’ εις το όνομα ‘’του Δημιουργού και του Λυτρωτού (ή, του Ελευθερωτού) και του Εξαγιαστού (ή, του Διατηρητού)’’. Παρά τις διαμαρτυρίες πολλών πιστών αλλά και κληρικών, το Βατικανό δεν έλαβε θέση παρά μόλις την 1η Φεβρουαρίου 2008, μετά την γενική κατακραυγή, καταδικάζοντας αυτή την αιρετική πρακτική, και δηλώνοντας  ότι όλες οι ‘’βαπτίσεις’’ που δεν έγιναν εις το Όνομα της Αγίας Τριάδος είναι άκυρες και θα πρέπει να επαναληφθούν». Προς τούτο μάλιστα επισυνάπτουν στην ιστοσελίδα τους, τη σχετική απάντηση του Βατικανού στα Αγγλικά. 

Για 20 χρόνια, ‘’παρά τις διαμαρτυρίες πολλών πιστών αλλά και κληρικών, το Βατικανό δεν έλαβε θέση παρά μόλις την 1η Φεβρουαρίου 2008, μετά την γενική κατακραυγή’’. Είναι όντως πολύ θλιβερή κατάντια.  Αποτελεί απλά κωλυσιεργία του Βατικανού; Μιλάμε όμως  για περίοδο 20 χρόνων.  Η εμμονή στην αριθμητική επικράτηση των Παπικών, μετά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ. και την αποκοπή τους από τη Μία Αγία Εκκλησία, έχει δυστυχώς θλιβερές συνέπειες. 

Να πιστέψει κανείς ότι τα παιδιά και οι ενήλικοι ‘’βαπτίστηκαν’’ εις το όνομα ‘’του Δημιουργού και του Λυτρωτού (ή, του Ελευθερωτού) και του Εξαγιαστού (ή, του Διατηρητού)’’, θα ζητήσουν να βαπτιστούν στο όνομα της Αγίας Τριάδος; Η απάντηση θα είναι μόνο θεωρητική. Να αμφισβητήσει κανείς το γεγονός; Η ίδια η απάντηση του Βατικανού, η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της καλούμενης ‘’Παλαιάς Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας’’, καταδεικνύει του λόγου το αληθές*.

* CONNGRETATION FOR THE DOCTRINE OF THE FAITH RESPONSES TO QUESTIONS PROPOSED on the validity of Baptism conferred with the formulas «Ι baptize you in the name of the Creator, and of the Redeemer, and of the Sanctifier» and «Ι baptize you in the name of the Creator, and of the Liberator, and of the Sustainer».

Tuesday, March 1, 2016

ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Διαβάσαμε στο ιστολόγιο “Θρησκευτικά”:

“Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου που συνεδρίασε την Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου μελέτησε τα θέματα της Μεγάλης Συνόδου. Στην ίδια συνεδρία αποφασίστηκε η συνέχιση της συζήτησης επί των κειμένων αυτών να πραγματοποιηθεί της Δευτέρα 7 Μαρτίου.”

Μας προβληματίζει η ημερομηνία που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου θα μελετήσει τα θέματα που αφορούν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Γιατί τόση βιασύνη να ληφθεί απόφαση; Γιατί δεν αναμένουν οι ιεράρχες της Εκκλησίας της Κύπρου την Εκκλησία της Ελλάδας να συσκεφθεί για το θέμα, να πάρει τις αποφάσεις της και μετά να αποφασίσει;

Ως γνωστόν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος θα συνεδριάσει από 8-10 Μαρτίου και μεταξύ άλλων θεμάτων θα επιληφθεί των θεμάτων που αφορούν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι συμπτωματική η ημερομηνία. Ότι δεν ετέθη επί σκοπού για να προλάβει τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πάντως, αν η κυρίαρχη τάση στην Εκκλησία της Κύπρου είναι να κύψει τον αυχένα στον οικουμενισμό, η σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στις 7 Μαρτίου εξυπηρετείται θαυμάσια με αυτή την ημερομηνία. Οι ιεράρχες της Εκκλησίας της Κύπρου θα δικαιολογούν την τυχόν οικουμενιστική τους προσχώρηση με το άλλοθι της αγνοίας των αποφάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδας η οποία -από ότι φημολογείται- θα τηρήσει ορθόδοξη στάση.

Ας ελπίσουμε ότι οι υποψίες μας είναι αβάσιμες και ότι η Εκκλησία της Κύπρου θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και δεν θα ατιμάσει την λαμπρά της παράδοση στην Ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων.

ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ Ο ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ;


ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ Ο ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ;

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Ο Πυλώνας Εκκλησιαστικών Ειδήσων ΑΜΗΝ μας πληροφορεί ότι ο Πάπας Φραγκίσκος θα επισκεφθεί το Φανάρι για δεύτερη φορά με την ευκαιρία ενός συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη το Μάιο.

Ο Θεός να φυλάει την Εκκλησία από τις συμπροσευχές που θα πραγματοποιηθούν και από κάποια κοινή Διακήρυξη που ίσως υπογράψουν.

Σε τρισχείριστη στιγμή για την Ορθοδοξία θα πραγματοποιηθεί αυτή η επίσκεψη παραμονές της σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Όντως! Ορθή είναι η κοινή πεποίθηση ότι ο Πατριάρχης μας δεν μπορεί να κοιμηθεί αν δεν προγραμματίσει ή αν δεν πει ή αν δεν κάνει κάτι οικουμενιστικό.

ΤΡΕΙΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


ΤΡΕΙΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Στη χθεσινή συνεδρία της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας κατέληξε στις εξής τρεις σημαντικές αποφάσεις:

1.) Θεωρεί ότι είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις που αφορούν την αποτέφρωση των νεκρών.

2.) Εκφράζει την απόφασή της να συνεχίσει να συνδράμει έμπρακτα τις ανάγκες των προσφύγων.

3.) Εκφράζει τη δυσφορία της για την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να θεωρήσει ανεπιθύμητους στα σχολεία τους ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

Εκφράζουμε τη χαρά μας για την αποφασιστική στάση που δείχνει η Εκκλησία μας έναντι της άθεης κυβέρνησης των Τσιπροκαμμένων καθώς επίσης για την ευαισθησία της να μιλά για όλα τα θέματα που αφορούν την πατρίδα μας.

Σε λίγες μέρες θα συνέλθει και η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και μεταξύ άλλων αναμένουμε να πάρει τις ορθές αποφάσεις για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Αναμένουμε προπαντός ότι θα απορρίψει το απαράδεκτο κείμενο της ε΄Προσυνοδικής Διάσκεψης που αφορά τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τους ετερόδοξους.

Η Εκκλησία της Ελλάδας -από πολλές απόψεις- είναι το κέντρο της Ορθοδοξίας γι’ αυτό και οι αποφάσεις που θα λάβει θα έχουν ζωτική σημασία για την Ορθόδοξη Εκκλησία εν γένει. 

ΘΕΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: "ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ" ΣΑΜΠΕΖΥ 2015

Του π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου
=====

2. ΘΕΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
=====

Το Κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ (2015) υπό τον τίτλο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» έχει αδιαμφισβήτητα ορισμένα πολύ θετικά σημεία τα οποία οφείλουμε να επισημάνουμε:

1. Ομολογεί απερίφραστα την θεμελιώδη αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας:  «ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» (§ 1). 

2. Διακηρύσσει ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας συνίσταται στην μετάδοση και διακήρυξη της πληρότητας της «εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει αληθείας», την οποία η Ορθοδοξία κατέχει (§ 2). Συνεπώς, για το Κείμενο η «καθολικότητα» της Εκκλησίας έχει δύο διαστάσεις: την κάθετη, ήτοι την πληρότητα της Θ. Αποκαλύψεως (ούτε έλλειψη αλήθειας ούτε προσθήκη πλάνης) και την οριζόντια, ήτοι την διακήρυξή της ώστε όλος ο κόσμος να γίνει κοινωνός της Θ. Αποκαλύψεως εν τη Εκκλησία. Η εκκλησιολογική συνέπεια της διακηρύξεως αυτής είναι πρόδηλη και μέγιστης σημασίας: Καμμία άλλη χριστιανική Κοινότητα, πλην της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της την ιδιότητα του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως  ότι είναι «Καθολική»!

3. Τονίζεται ιδιαίτερα ο «μεταξύ της ορθής πίστεως και της μυστηριακής κοινωνίας υφιστάμενος άρρηκτος δεσμός», τον οποίον «ιδιαιτέρως προέβαλον» οι Οικουμενικές Σύνοδοι (§ 3). Όπως είναι διατυπωμένη η φράση αποκλείει, πολύ σωστά, όχι μόνο την εν τη Θ. Ευχαριστία διακοινωνία (intercommunion) αλλά και οποιαδήποτε άλλη κοινωνία και στα λοιπά μυστήρια, όσο δεν υπάρχει ταύτιση πίστεως. Η φράση θα είχε πληρότητα αν δεν περιοριζόταν μόνο στα μυστήρια, αλλά αναφερόταν σε ολόκληρη την λατρεία, διότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι και ακολούθως όλοι οι Άγιοι μέχρι και τον Άγιο των ημερών μας, Άγ. Παΐσιο τον Αγιορείτη, «ιδιαιτέρως προέβαλον» και τον «μεταξύ της ορθής πίστεως και της προσευχής υφιστάμενο άρρηκτο δεσμό», και απαιτούσαν ακόμα και για την απλή συμπροσευχή ταυτότητα πίστεως (lex orandi – lex credenti)[9].

4. Επισημαίνεται ότι η «απολεσθείσα ενότης των Χριστιανών» θα αποκατα-σταθεί «βάσει της πίστεως και της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων» (§ 5). Επίσης, αναφέρει ότι «κοινός πάντων σκοπός είναι η τελική αποκατάστασις της εν τη ορθεί πίστει και τη αγάπη ενότητος» (§ 12).

5. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρούμε τη διακήρυξη του Κειμένου ότι «κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» (§ 6). Η φράση αυτή δεν υπήρχε ούτε στα κείμενα της Γ΄ ΠΠΔ ούτε στο σχέδιο κειμένου της Α΄ Ειδικής Διορθοδόξου Επιτροπής (Σαμπεζύ 29.9-4.10.2014), και προσετέθη κατά την τελευταία επεξεργασία του κειμένου στην Ε΄ ΠΠΔ μετά από πρόταση της Εκκλησίας της Γεωργίας. Με την βαθύτατα δογματική αυτή διατύπωση η Διάσκεψη δεν αφήνει περιθώρια για θεωρίες περί «διηρημένης Εκκλησίας» και συνεπώς για ύπαρξη «άλλων» «Εκκλησιών» με την αυστηρή εκκλησιολογική έννοια του όρου. Δυστυχώς όμως η σημαντική αυτή εκκλησιο-λογική παραδοχή, προστεθείσα, όπως προείπαμε, στην τελική επεξεργασία του Κειμένου, δεν το έχει “διαποτίσει”, ούτε αποτελεί τη σταθερή βάση επί της οποίας αυτό έχει θεμελιωθεί, με αποτέλεσμα το κείμενο να καθίσταται εν πολλοίς αντιφατικό έως αυτοαναιρούμενο [10], και ως εκ τούτου ιδιαίτερα προβληματικό. 

6. Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι -παρά τις σοβαρές αστοχίες του, στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια- το Κείμενο  δεν προβαίνει σε ρητή και σαφή αναγνώριση της «εκκλησιαστικότητας» και των «μυστηρίων» των ετεροδόξων ούτε χρησιμοποιεί τους απαράδεκτους χαρακτηρισμούς των Πατριαρχικών Εγκυκλίων 1902[11] (περί «αναδενδράδων» του Χριστιανισμού) και 1920[12] (περί «σεβασμίων χριστιανικών Εκκλησιών» και «συγγενών και οικείων εν Χριστώ») και τις διατυπώσεις περί «αδελφών Εκκλησιών» ή «πλήρους κοινωνίας». Επίσης, με το Κείμενο δεν επικυρώνονται ρητά και συνοδικά ως ορθόδοξες οι κακόδοξες θεολογικές διδασκαλίες τής “βαπτισματικής θεολογίας” και οι περί “διευρυμένης” ή “διηρημένης” Εκκλησίας αντιλήψεις. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι η Ε΄ ΠΠΔ δεν εισηγείται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο την ακύρωση ή τροποποίηση της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1755[13], που έχει συνυπογραφεί από τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, περί (ανα)-βαπτισμού των Λατίνων που εντάσσονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Υπενθυμίζεται ότι η Πατριαρχική Πράξη του 1755 βρίσκεται εν ισχύει, διότι δεν έχει τροποποιηθεί ή αναιρεθεί από μεταγενέστερη ισοδύναμη αυτής Διάταξη που να επιβάλει τον μη (ανα)βαπτισμό των Λατίνων[14].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[10]  Βλ. Δ.Τσελεγγίδης, «Πρώτες παρατηρήσεις επί του κειμένου «Σχέσεις της  Ορθοδόξου Εκκλησίας  προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», Θεσσαλονίκη 3.2.2016, στο www.impantokratoros.gr/4442D55555D1B1.el.aspx
[11]  Ορθοδοξία, περίοδ. Βʹ, ἔτος Ιʹ, τεῦχος δʹ/᾿Ιαν.- Μάρτ. 2003, σ. 71-77.
[12]  Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, σ. 958.
[13]  Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, σ. 989-991.

[14]  Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν Βάπτισμα, Ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες Πατέρες και τον Κων/νο Οικονόμο,  εκδ. Τήνος,  Αθήνα 1996, σ. 93-94, Ελ. Γιαννακο-πούλου, Ο αναβαπτισμός των αιρετικών (1453-1756), Σταθμοί έρευνας και πράξης (ιστορικοκανονική θεώρηση), Αθήνα 2009, σ. 102.