«ΠΑΓΙΔΕΣ»
Του Αρχιμ. Γρηγορίου,
Καθηγουμένου της Ι. Μ. Δοχειαρίου
=====
Ὁ μέγας Ἀντώνιος –ἀναφέρουν τὰ Γεροντικὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε ἢ νὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε– εἶδε κάποτε ἁπλωμένες στὴν γῆ ἐπάνω τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ ἐτρόμαξε καὶ διερωτήθηκε: «Κύριε, ποιός μπορεῖ νὰ σωθῆ; Ποιός μπορεῖ νὰ τὶς ξεπεράση, χωρὶς νὰ τραυματισθῆ, νὰ μωλωπισθῆ;». Ναρκοπέδιο ἡ γῆ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου. Ποῦ νὰ πατήση, ποῦ νὰ σταθῆ καὶ ποῦ νὰ ξαποστάση ὁ χριστιανὸς ποὺ ἀγωνίζεται; Φρίκη τὸν καταλαμβάνει καὶ προσπαθεῖ νὰ λακίση, νὰ μὴ περάση ἀπὸ τοὺς τόπους τῶν παγίδων. Παγίδα εἶναι στήσιμο ἀπὸ τὸν διάβολο, νὰ ἀπατηθῆ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ πέση.

– Δὲν σ᾽ ἔχω ἀνάγκη. Ἔχω λίρες χρυσές. Δὲν χρειάζομαι τὸ δικό σου δόσιμο. Ἔχω καὶ κατέχω. Ἐσὺ εἶσαι, ἀξιολύπητε ἡγούμενε, ποὺ δὲν ἔχεις οὔτε τὸ ψωμὶ νὰ ἀγοράσης.
– Γέροντα –τοῦ ἀπήντησα– δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, οὔτε θέλω νὰ ἔχης τὴν ἀνάγκη μου.
Ἀλλ᾽ ὅταν ἐκοιμήθη, βρέθηκαν μόνον δύο λίρες στὸ κελλί του. Ἔτσι, οἱ δύο λίρες ἔγιναν παγίδα, ποὺ ἀπατοῦσαν τὸν Γέροντα καὶ δὲν ὑπολόγιζε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς ἀδελφούς του.
Ὁ φιλοχρήματος ὅπως λέγει στὸν συνάνθρωπό του δὲν σ᾽ ἔχω ἀνάγκη –οὔ χρείαν ἔχω τῶν δωρεῶν σου– ἔτσι θὰ πῆ καὶ στὸν Θεό.

Στὴν Μονὴ Προυσσοῦ, κάθε χρόνο ἐρχόταν δημοσιογράφος νὰ καταγράψη καὶ νὰ δημοσιεύση τὴν πανήγυρη. Τοῦ ἔλεγα:
– Δὲν σὲ ἐμποδίζω.
– Ναί –μοῦ ἀπαντοῦσε– ἀλλὰ ἐγὼ θέλω χρήματα.
Ἀφοῦ βέβαια δὲν ἔπαιρνε τίποτα, κάθε χρόνο ἤμουνα στὸ στόχαστρο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου –ὁ Θεὸς νὰ τὸν συγχωρέση. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχουνε μοναστήρια τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦν οἰκονομικοὺς ἐπηρεασμοὺς εἶναι φοβερό, εἶναι ἀσήκωτο, εἶναι ἀφόρητο στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς οὔτε στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἀδέσμευτο κανάλι.

Πόσο ὡς μοναχοὶ πρέπει νὰ φαινώμαστε στὸν κόσμο χωρὶς σακουλάκι, χωρὶς ἀργύρια, ἀλλὰ τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ μιμούμενοι, νὰ διερχώμαστε τὶς ἡμέρες τοῦ μονήρους βίου. Ὅσο καὶ νὰ κρύβεσαι, φαίνεται τὸ σακουλάκι μὲ τὰ ἀργύρια. Κόσμος καὶ κοσμάκης κρέμεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ σακουλάκι.
Τὰ χρήματα εἶναι ὅπως στὸν ψυχικὰ ἄρρωστο τὸ ἡρεμιστικό.

Ποῦ εἶναι ὁ ἀφιλάργυρος τρόπος ποὺ μᾶς συνιστᾶ τὸ Εὐαγγέλιο; Ποῦ εἶναι ἡ νίκη καὶ τὰ ἔπαθλα τῆς φιλόπτωχης ζωῆς; Ὁ φιλοπλουτισμὸς εἶναι ἁρπαγὴ καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ ληστές, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Καλύτερα, μοναχέ μου, ἐνδεής, παρὰ ἐμπεπλησμένος μὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Ὅλες αὐτὲς οἱ καταπληκτικὲς ἐκκλησίες ποὺ βλέπουμε νὰ ἀνυψώνωνται μέσα ἀπὸ τὶς πολυκατοικίες, εἶναι ἀπὸ δοσίματα καὶ οἰκονομίες τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων καὶ φιλότιμες προσπάθειες εὐλαβῶν κληρικῶν. Δὲν εἶναι ἀπὸ δωρεὲς κραταιὲς τῶν μεγάλων τῆς γῆς. Μὴ γίνης, μοναχέ, μεγιστάνας. Νὰ μὴ κοιτάζη ὁ κόσμος τὰ χέρια σου, ἀλλὰ τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας σου καὶ τὴν πλήρη ἄρνηση τῶν θησαυρῶν τῆς γῆς.
– Σῶσε με, Γέροντα, καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσω αὐτὸ τὸ μαργαριτάρι.
Τοῦ ἀποκρίνομαι:
– Δὲν θέλω τὸ μαργαριτάρι σου. Πάρε μιὰ μικρὴ βοήθεια ποὺ μπορῶ νὰ σοῦ δώσω.
Τελικὰ πέθανε καὶ τὸ μαργαριτάρι ἔμεινε στὸ συρτάρι του.
Ἕνας ἱερομόναχος ἐδῶ στὸν ἅγιο αὐτὸν τόπο εἶχε χρυσᾶ νομίσματα, ποὺ τὰ κουβαλοῦσε μαζί του ὅπου πήγαινε. Ὁ διάβολος τὸν ὑπέδειξε σὲ κακοποιοὺς ἀνθρώπους καὶ σὲ μιὰ νύχτα ἄφαντος ἐγένετο καὶ ὁ ἱερομόναχος καὶ ὁ χρυσός του!
– Ἔχει ἔσοδα τὸ μοναστήρι;
– Ἔχει –μοῦ ἀποκρίθηκαν– ἔσοδα. Καλύπτει τὶς ἀνάγκες του.
Καὶ ὁ γεροντότερος πετάγεται καὶ λέγει:
– Ἔχουμε βέβαια καὶ τὸ σκοτεινό.
Ἂχ αὐτὸ τὸ σκοτεινό… Δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ ἀγκάλιασα τὸ Δοχειάρι καὶ δὲν βρῆκα οὔτε σκοτεινὸ οὔτε φωτεινό, παρὰ μόνον δυσκολίες ἀνυπέρβλητες, ἐρείπια καὶ φτώχεια. Ὅλα τά ᾽φτιαξε ὁ Θεός. Ἐνδυνάμωσε τοὺς μοναχοὺς καὶ ἀπὸ τὸ τίποτα ἀνέδειξαν τὸ μοναστήρι. Πολλὲς φορὲς τὸ κολατσιό τους ἤτανε λάδι μὲ ἁλάτι καὶ ξερὸ παξιμάδι. Μοῦ λέγει ἕνας μοναχός:
– Δὲν θὰ σηκώσουμε καθόλου τὸ κεφάλι; Σὲ ὅλη μας τὴν ζωὴ θὰ βλέπουμε τὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν μας;

– Δοχειάρι θέλεις; –μοῦ εἶπε ἡ πατριαρχικὴ Ἐξαρχία– Θὰ πεινάσης καὶ θὰ γυμνητεύσης.
Ὅλα καλὰ ἤτανε. Καὶ τὸ ρύζι μὲ τὰ ἀποκούραδα τῶν ποντικῶν καὶ τὰ ρεβύθια ποὺ θέλαν ἕνα φόρτωμα ξύλα γιὰ νὰ καταπίνωνται.
Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ ἐμπεπλησμένο ταμεῖο καὶ κοιλία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ κενό μου συρτάρι καὶ τὰ βρώσιμα τῶν κόπων μας στοὺς κήπους καὶ τὰ μπαΐρια τοῦ μοναστηριοῦ.
Ἀπάτη τὰ χρήματα. Ἀληθινὴ παγίδα τοῦ σατανᾶ. Κεραυνόπληκτος ὁ μοναχὸς ποὺ φέρει χρήματα ἐπάνω του. Πρόσεχε, μοναχέ, ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει «τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον». Μακάρι μὲ καθαρὴ καρδία νὰ λέμε «ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.
No comments:
Post a Comment