Friday, July 9, 2010

ΤΟ "ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΙΕΡΑΤΕΥΜΑ" ΚΑΙ Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ - ΜΕΡΟΣ Δ




ΤΟ “ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΙΕΡΑΤΕΥΜΑ” ΚΑΙ Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ


Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου

=======================


ΜΕΡΟΣ Δ΄


Η πνευματική ιερωσύνη

_______________


Από την προηγούμενη ανάλυση φαίνεται ότι η πνευματική ιερωσύνη είναι διαφορετική από την μυστηριακή ιερωσύνη, η καλύτερα η πνευματική ιερωσύνη είναι η βάση και του ειδικού χαρίσματος της Ιερωσύνης, αλλά είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πνευματικής ζωής, όπως βιώνεται στην Εκκλησία.


Ο Χριστός εξέλεξε τους Αποστόλους και Μαθητές και τρεις από αυτούς τους παρέλαβε μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όπου αξιώθηκαν να δουν την δόξα του Τριαδικού Θεού, ήτοι είδαν το Φως της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και σκεπάσθηκαν από την νεφέλη την φωτεινή, την παρουσία του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ματθ. ιζ, 1-9, Μαρκ. θ, 1-9, Λουκ. θ, 28-36). Στην συνέχεια, την ημέρα της Πεντηκοστής όλοι οι Απόστολοι έλαβαν το Άγιον Πνεύμα και δι' αυτού έγιναν μέλη του δοξασμένου Σώματος του Χριστού. Επίσης και όσοι άκουσαν το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου βαπτίσθηκαν, χρίσθηκαν και έγιναν πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, έχοντας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, όσοι βαπτίζονταν ήταν μέλη του Σώματος του Χριστού, μέλη της Εκκλησίας και ισχύει ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: « Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α Κορ. ιβ, 27).


Όμως, οι Απόστολοι την ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού έλαβαν από τον Αναστάντα Χριστό και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος να συγχωρούν αμαρτίες: «και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς· λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. κ, 22-23), το οποίο δεν έλαβαν όλα τα μέλη της Εκκλησίας, καθώς επίσης έλαβαν την Χάρη να τελούν το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και όλα τα άλλα Μυστήρια. Έτσι, οι Απόστολοι ενεργούσαν ως εντεταλμένοι και εντολοδόχοι του Χριστού, έχοντας το ειδικό χάρισμα της Αρχιερωσύνης, κατά τον λόγον «ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί» (Λουκ. ι, 16), είναι «φορείς της Αρχιερωσύνης του Χριστού». Αυτό φαίνεται και από το ότι οι Απόστολοι εκχώρησαν μια διακονία στους Διακόνους, τους οποίους χειροτόνησαν και αργότερα εκχώρησαν και αρμοδιότητα και στους Πρεσβυτέρους. Αυτή η εκχώρηση αρμοδιοτήτων είναι χειροτονία.


Στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου φαίνεται σαφέστατα η διάκριση των χαρισμάτων που ενεργούν στην Εκκλησία. Στην Α΄ πρός Κορινθίους Επιστολή γράφεται: «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισι, και ο αυτός Κυριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός εστι Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν. Εκάστῳ δε δίδοται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον. ω μεν γαρ δια του Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών· πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α Κορ. ιβ, 4-11).


Σε άλλο σημείο ο Απόστολος διακρίνει σε κατηγορίες τους χαρισματούχους και σε ιδιαίτερη διαβάθμιση: «και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α Κορ. ιβ, 28). Το ίδιο ακριβώς συναντάμε και στην προς Εφεσίους Επιστολή: «Και αυτός έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. δ, 11-12). Μάλιστα δε στην Β πρός Κορινθίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος είναι σαφέστερος, όταν γράφη για την σαφή διάκριση των χαρισματούχων μελών της Εκκλησίας: «μη πάντες απόστολοι; μη πάντες προφήται; μη πάντες διδάσκαλοι; μη πάντες δυνάμεις; μη πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων; μη πάντες γλώσσαις λαλούσι; μη πάντες διερμηνεύουσι;» (Β Κορ. ιβ, 29-30). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο και οι Απόστολοι θεωρούνται ηγούμενοι του λαού και γι' αυτό συνιστά ο Απόστολος: «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε· αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες· ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες· αλυσιτελές γαρ τούτο» (ΕΒρ. ιγ, 17).


Οι αποστολικοί αυτοί λόγοι είναι σαφέστατοι και γι' αυτό δεν μπορώ να αποδεχθώ τον λόγο του κ. Πέτρου Βασιλειάδη ότι με την διάκριση μεταξύ Κληρικών και λαϊκών «συντηρούνται στοιχεία υπεροχής, εντός της λατρείας, στοιχεία δηλαδή εντελώς ξένα και ασυμβίβαστα προς το εσχατολογικό όραμα της βασιλείας του Θεού».


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπογραμμίζει την διαφορά μεταξύ ποιμένων και ποιμαινομένων, η οποία δεν είναι απλώς εξωτερική, αλλά πραγματική και ουσιαστική. Τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας ανήκουν στους ποιμαινομένους, ενώ οι Κληρικοί ανήκουν στους ποιμένες. Γράφοντας για την τάξη λέγει: «Τάξις συνέχει και τα επουράνια και τα επίγεια· τάξις εν τοις νοητοίς, τάξις εν τοις αισθητοίς, τάξις εν αγγέλοις». Αυτό συμβαίνει και μέσα στην Εκκλησία, μεταξύ των μελών της. Όλοι ανήκουν στο Σώμα του Χριστού, αλλά καθένας έχει το ιδιαίτερο χάρισμα. «Το μεν γαρ άρχει και προκαθέζεται, το δε άγεται και ευθύνεται, και ούτε ταυτόν αμφότερα ενεργεί, είπερ μη ταυτόν άρχειν και άρχεσθαι». «Ο μεν διδασκέτω, ο δε μανθανέτω». «Ο μεν αρχέτω και προβεβλήσθω, ο δε δικαιούσθω δια της υπουργίας».


Προτρέπει δε τα μέλη της Εκκλησίας, ανάλογα με το χάρισμα που έχουν, να μιμούνται τα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης. «Ει μεν ει Μωϋσής, και της νεφέλης είσω χώρησον και λάλει Θεώ και φωνής άκουε και δέξαι νόμον, νομοθέτησον. Ει δε Ααρών, συνανάβηθι μεν, αλλά της νεφέλης έξω στήθι πλησίον. Ει δε Ιθάμαρ τις η Ελεάζαρ και τρίτος από Μωϋσέως, η της γερουσίας τις και των Εβδομήκοντα, έτι πόρρωθεν στήθι, καν τη στάσει το τρίτον έχων. Ει δε του λαού και των πολλών εις, ου προσίεταί σε το όρος, ου καν θηρίον θίγη, λιθοβολησθήσεται· κάτω μείνον και μόνης άκουε της φωνής, και ταύτης, αγνίσας σεαυτόν και καθήρας, ως διατέταξαι».


Αναφερόμενος και πάλι στον Μωϋσή γράφει: «Τις των ιερέων ετελείου τας χείρας; Μωϋσής. Τις των τελειουμένων ο πρώτος; Ααρών. Και έτι προ τούτων τις τα προς Θεόν ην; Και τις αντί φωνής τω λαώ; Εις δε τα άγια των αγίων εισήει τις, πλην ενός; Αεί δε ούτος; Ουδαμώς· αλλ' άπαξ του ενιαυτού, και ην ότε».


Το σημαντικό στα χωρία αυτά του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου είναι ότι, τηρουμένων των αναλογιών λόγω της ενσαρκώσεως, ό,τι ισχύει στην Παλαιά Διαθήκη, ως προς την σχέση με τον Θεό, ισχύει και στην Καινή Διαθήκη. Γι' αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος όπως και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη. Αυτό το κάνουν και οι Απόστολοι, όπως φαίνεται στις Επιστολές τους, που χρησιμοποιούν πολλά παλαιοδιαθηκικά χωρία, με την διαφορά ότι στην Καινή Διαθήκη έχουμε την ενσάρκωση του Λόγου.


Υπάρχει, λοιπόν, πνευματική ιερωσύνη και ειδική μυστηριακή ιερωσύνη. Σε παλαιότερο κείμενό μου έκανα λόγο γι' αυτό το γεγονός. Δηλαδή, κάθε Χριστιανός με το Βάπτισμα και το Χρίσμα και την θεία Ευχαριστία αλλά και την όλη ευαγγελική ζωή, την θεολογική έννοια της συνέργειας, ενώνεται με τον Χριστό και συμμετέχει σε ολόκληρη την ζωή του Χριστού. Φυσικά αυτό δεν γίνεται από μια τυπική συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή, αλλά με την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Χριστού και τον προσωπικό αγώνα καθενός μέλους της Εκκλησίας. Γι' αυτό και αντί του όρου γενική ιερωσύνη, προτιμώ τον όρο πνευματική ιερωσύνη. Αν ο Χριστιανός δεν αισθάνεται ενεργούσα την Χάρη του αγίου Βαπτίσματος-Χρίσματος στην καρδιά του με την θεολογική αρχή της συνέργειας, δεν μπορεί να γίνεται λόγος στο ότι συμμετέχει στην ιερωσύνη του Χριστού. Άλλωστε, ο Απόστολος Παύλος σαφέστατα κάνει λόγο για την μη ενεργοποίηση του Χαρίσματος από αμέλεια: «συνεργούντες δε και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς» (Β Κορ. στ, 1), όπως και για πτώσεις των μελών της Εκκλησίας (Β Τιμ. δ, 9).


Ο Χριστιανός και όταν μετέχη της Χάριτος του Θεού δεν μπορεί να ιερουργήση τα Μυστήρια, αλλά κάνει μια άλλη «θυσία», την προσφορά του εαυτού του στον Θεό: «Παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών, και μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθαι τη ανακαινώσει του νοός υμών, εις το δοκιμάζειν υμάς τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. ιβ, 1-2).


Όταν ερμηνεύση κανείς το χωρίο αυτό σύμφωνα με την πατερική παράδοση, τότε θα αντιληφθή ότι εδώ γίνεται λόγος για την μεταμόρφωση και εξαγιασμό του σώματος και την ανακαίνιση του νοός του ανθρώπου, οπότε μπορεί να βιώση το θέλημα του Θεού «το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον».


Στο να αποδεχθώ τον όρο πνευματική ιερωσύνη, με οδήγησαν τα κείμενα του αγίου Γρηγορίου Σιναΐτου, στα οποία γίνεται λόγος για αληθινό ιερατείο που ενεργεί με το Πνεύμα, που το συνδέει σαφέστα με την Χάρη του Θεού που ενεργεί στην καρδιά με την νοερά καρδιακή προσευχή. Σε κείμενό του γράφει ότι «ιερατείον αληθινόν και προ της μελλούσης βιώσεως, η χωρίς λογισμών καρδία ενεργουμένη τω πνεύματι· πάντα γαρ εκεί τελείται και λέγεται πνευματικώς». Μιλώντας για την νοερά προσευχή λέγει ότι είναι η «ενέργεια», ύστερα «η καθαρτική του πνεύματος δύναμις και η μυστική του νοός ιερουργία». Έτσι, Ιερεύς αληθινός της θείας Χάριτος δεν είναι απλώς όποιος βαπτίσθηκε και χρίσθηκε, αλλά εκείνος που έχει ενεργούσα την θεία Χάρη στην καρδιά που εκδηλώνεται με την νοερά προσευχή υπέρ όλου του κόσμου.


Βεβαίως, η πνευματική ιερωσύνη ούτε καταργεί, ούτε εξουδετερώνει, ούτε υπονομεύει την ειδική ιερωσύνη που δίδεται από τον Χριστό δια της Εκκλησίας με την τέλεση του Μυστηρίου της Ιερωσύνης. Υπερτονισμός της πνευματικής ιερωσύνης σε βάρος της ειδικής ιερωσύνης εκφράζει μια προτεσταντική νοοτροπία και υπερτονισμός της ειδικής ιερωσύνης σε βάρος της πνευματικής ιερωσύνης εκφράζει μια παπική νοοτροπία.


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους λόγους του περί ιερωσύνης, που είναι απαράμιλλοι και εκφράζουν όλο το βάθος του ειδικού χαρίσματος της ιερωσύνης –μάλιστα το κάνει σε τέτοιο βαθμό που δεν επιχειρήθηκε από άλλους Πατέρες της Εκκλησίας– αλλά και σε άλλες του ομιλίες, προσδιορίζει σαφέστατα το ειδικό χάρισμα της ιερωσύνης, το οποίο δεν εξαντλείται απλώς σε μια ρύθμιση της τάξεως των χαρισμάτων που λειτουργούν στην Εκκλησία, αλλά αναφέρεται στο ότι ο Επίσκοπος και οι Ιερείς είναι στο μέσον μεταξύ Θεού και ανθρώπων.


No comments:

Post a Comment