Tuesday, March 1, 2016

ΘΕΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: "ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ" ΣΑΜΠΕΖΥ 2015

Του π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου
=====

2. ΘΕΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
=====

Το Κείμενο της Ε΄ ΠΠΔ (2015) υπό τον τίτλο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» έχει αδιαμφισβήτητα ορισμένα πολύ θετικά σημεία τα οποία οφείλουμε να επισημάνουμε:

1. Ομολογεί απερίφραστα την θεμελιώδη αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας:  «ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» (§ 1). 

2. Διακηρύσσει ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας συνίσταται στην μετάδοση και διακήρυξη της πληρότητας της «εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει αληθείας», την οποία η Ορθοδοξία κατέχει (§ 2). Συνεπώς, για το Κείμενο η «καθολικότητα» της Εκκλησίας έχει δύο διαστάσεις: την κάθετη, ήτοι την πληρότητα της Θ. Αποκαλύψεως (ούτε έλλειψη αλήθειας ούτε προσθήκη πλάνης) και την οριζόντια, ήτοι την διακήρυξή της ώστε όλος ο κόσμος να γίνει κοινωνός της Θ. Αποκαλύψεως εν τη Εκκλησία. Η εκκλησιολογική συνέπεια της διακηρύξεως αυτής είναι πρόδηλη και μέγιστης σημασίας: Καμμία άλλη χριστιανική Κοινότητα, πλην της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της την ιδιότητα του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως  ότι είναι «Καθολική»!

3. Τονίζεται ιδιαίτερα ο «μεταξύ της ορθής πίστεως και της μυστηριακής κοινωνίας υφιστάμενος άρρηκτος δεσμός», τον οποίον «ιδιαιτέρως προέβαλον» οι Οικουμενικές Σύνοδοι (§ 3). Όπως είναι διατυπωμένη η φράση αποκλείει, πολύ σωστά, όχι μόνο την εν τη Θ. Ευχαριστία διακοινωνία (intercommunion) αλλά και οποιαδήποτε άλλη κοινωνία και στα λοιπά μυστήρια, όσο δεν υπάρχει ταύτιση πίστεως. Η φράση θα είχε πληρότητα αν δεν περιοριζόταν μόνο στα μυστήρια, αλλά αναφερόταν σε ολόκληρη την λατρεία, διότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι και ακολούθως όλοι οι Άγιοι μέχρι και τον Άγιο των ημερών μας, Άγ. Παΐσιο τον Αγιορείτη, «ιδιαιτέρως προέβαλον» και τον «μεταξύ της ορθής πίστεως και της προσευχής υφιστάμενο άρρηκτο δεσμό», και απαιτούσαν ακόμα και για την απλή συμπροσευχή ταυτότητα πίστεως (lex orandi – lex credenti)[9].

4. Επισημαίνεται ότι η «απολεσθείσα ενότης των Χριστιανών» θα αποκατα-σταθεί «βάσει της πίστεως και της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων» (§ 5). Επίσης, αναφέρει ότι «κοινός πάντων σκοπός είναι η τελική αποκατάστασις της εν τη ορθεί πίστει και τη αγάπη ενότητος» (§ 12).

5. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρούμε τη διακήρυξη του Κειμένου ότι «κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» (§ 6). Η φράση αυτή δεν υπήρχε ούτε στα κείμενα της Γ΄ ΠΠΔ ούτε στο σχέδιο κειμένου της Α΄ Ειδικής Διορθοδόξου Επιτροπής (Σαμπεζύ 29.9-4.10.2014), και προσετέθη κατά την τελευταία επεξεργασία του κειμένου στην Ε΄ ΠΠΔ μετά από πρόταση της Εκκλησίας της Γεωργίας. Με την βαθύτατα δογματική αυτή διατύπωση η Διάσκεψη δεν αφήνει περιθώρια για θεωρίες περί «διηρημένης Εκκλησίας» και συνεπώς για ύπαρξη «άλλων» «Εκκλησιών» με την αυστηρή εκκλησιολογική έννοια του όρου. Δυστυχώς όμως η σημαντική αυτή εκκλησιο-λογική παραδοχή, προστεθείσα, όπως προείπαμε, στην τελική επεξεργασία του Κειμένου, δεν το έχει “διαποτίσει”, ούτε αποτελεί τη σταθερή βάση επί της οποίας αυτό έχει θεμελιωθεί, με αποτέλεσμα το κείμενο να καθίσταται εν πολλοίς αντιφατικό έως αυτοαναιρούμενο [10], και ως εκ τούτου ιδιαίτερα προβληματικό. 

6. Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι -παρά τις σοβαρές αστοχίες του, στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια- το Κείμενο  δεν προβαίνει σε ρητή και σαφή αναγνώριση της «εκκλησιαστικότητας» και των «μυστηρίων» των ετεροδόξων ούτε χρησιμοποιεί τους απαράδεκτους χαρακτηρισμούς των Πατριαρχικών Εγκυκλίων 1902[11] (περί «αναδενδράδων» του Χριστιανισμού) και 1920[12] (περί «σεβασμίων χριστιανικών Εκκλησιών» και «συγγενών και οικείων εν Χριστώ») και τις διατυπώσεις περί «αδελφών Εκκλησιών» ή «πλήρους κοινωνίας». Επίσης, με το Κείμενο δεν επικυρώνονται ρητά και συνοδικά ως ορθόδοξες οι κακόδοξες θεολογικές διδασκαλίες τής “βαπτισματικής θεολογίας” και οι περί “διευρυμένης” ή “διηρημένης” Εκκλησίας αντιλήψεις. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι η Ε΄ ΠΠΔ δεν εισηγείται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο την ακύρωση ή τροποποίηση της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1755[13], που έχει συνυπογραφεί από τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, περί (ανα)-βαπτισμού των Λατίνων που εντάσσονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Υπενθυμίζεται ότι η Πατριαρχική Πράξη του 1755 βρίσκεται εν ισχύει, διότι δεν έχει τροποποιηθεί ή αναιρεθεί από μεταγενέστερη ισοδύναμη αυτής Διάταξη που να επιβάλει τον μη (ανα)βαπτισμό των Λατίνων[14].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[10]  Βλ. Δ.Τσελεγγίδης, «Πρώτες παρατηρήσεις επί του κειμένου «Σχέσεις της  Ορθοδόξου Εκκλησίας  προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», Θεσσαλονίκη 3.2.2016, στο www.impantokratoros.gr/4442D55555D1B1.el.aspx
[11]  Ορθοδοξία, περίοδ. Βʹ, ἔτος Ιʹ, τεῦχος δʹ/᾿Ιαν.- Μάρτ. 2003, σ. 71-77.
[12]  Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, σ. 958.
[13]  Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, σ. 989-991.

[14]  Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ εν Βάπτισμα, Ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες Πατέρες και τον Κων/νο Οικονόμο,  εκδ. Τήνος,  Αθήνα 1996, σ. 93-94, Ελ. Γιαννακο-πούλου, Ο αναβαπτισμός των αιρετικών (1453-1756), Σταθμοί έρευνας και πράξης (ιστορικοκανονική θεώρηση), Αθήνα 2009, σ. 102.

No comments:

Post a Comment