Wednesday, March 23, 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Του Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ
=====

Β) Ὡς πρὸς τὸ Προσυνοδικὸ κείμενο μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον».

β) Περαιτέρω σχολιασμὸς τῶν ἐπὶ μέρους παραγράφων του ὡς ἄνω κειμένου

Πέρα ἀπὸ τὶς παρὰ πάνω γενικὲς παρατηρήσεις, τὸ κείμενο αὐτό, ὅπως εὐστοχότατα παρατηροῦν ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης καὶ ὁ πρωτ. π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πατρῶν, παρουσιάζει κατὰ συρροὴ τὴν θεολογικὴ ἀσυνέπεια, ἢ καὶ ἀντίφαση. Ἔτσι, τὸ ἄρθρο 1 διακηρύσσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, θεωρώντας αὐτὴν –πολὺ σωστὰ– ὡς τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ὅμως, στὸ ἄρθρο 6 παρουσιάζει μία ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ παραπάνω ἄρθρο διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν μὴ εὐρισκομένων ἐν κοινωνία μετ’ αὐτῆς». Ἐδῶ γεννᾶται τὸ εὔλογο θεολογικὸ ἐρώτημα: Ἂν ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (Ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιὰ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανές, ὅτι αὐτὲς οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες. Οἱ ἑτερόδοξες ὅμως «Ἐκκλησίες» δὲν μποροῦν νὰ κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐπειδὴ δογματικῶς θεωρούμενα τὰ πράγματα δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μὲ διαφορετικὰ δόγματα καὶ μάλιστα σὲ πολλὰ θεολογικὰ θέματα. Κατὰ συνέπεια, ἐνόσω οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτὲς παραμένουν ἀμετακίνητες στὶς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δὲν εἶναι θεολογικὰ ὀρθὸ νὰ τοὺς ἀναγνωρίζουμε –καὶ μάλιστα θεσμικὰ– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός της «Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».

Στὸ ἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καὶ δεύτερη σοβαρὴ θεολογικὴ ἀντίφαση. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τὸ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῆ». Στὸ τέλος, ὅμως, τοῦ ἴδιου ἄρθρου γράφεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ἔχει ὡς «ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἐφόσον ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Δυτικῶν χριστιανῶν στὴ ΜΙΑ καὶ μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο ὅμως δὲν διαφαίνεται ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα σύνολου τοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ προοπτικὲς τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στὴν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Θεολογικὴ ἀσάφεια ἐπίσης παρουσιάζουν οἱ ἐκφράσεις «διεστῶτες», καὶ «ἐγγὺς καὶ μακρὰν»(§ 4), διότι δὲν προσδιορίζεται σὲ ποιοὺς συγκεκριμένα ἀναφέρονται. Ἐπίσης ὁ ὅρος «χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες» (§ 6) χρήζει περαιτέρω ἀναλύσεως, διότι ὅπως εὐλόγως ἐρωτᾶ ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος «ποιὰ ἡ διαφορά τους καὶ ποιὸ στοιχεῖο τὶς χαρακτηρίζει, ὥστε ἄλλες νὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησίες καὶ ἄλλες Ὁμολογίες; Ποιὰ εἶναι Ἐκκλησία καὶ ποιὰ ἡ αἱρετικὴ καὶ ποία ἡ σχισματικὴ ὁμάδα, ἢ ὁμολογία;». Ἆραγε τὸ κείμενο, ἀναφέρεται μόνο στὶς Ὁμολογίες μὲ τὶς ὁποῖες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ διάλογο, (δηλ. Προχαλκηδόνιοι, Ρωμαιοκαθολικοί,  Παλαιοκαθολικοί, Λουθηρανοί, Ἀγγλικανοί, Μεταρρυθμισμένοι), ἢ σὲ ὅλες τὶς «Ἐκκλησίες»-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., (περισσότερες ἀπὸ 345, ἀπὸ Νεστοριανοὺς μέχρι καὶ Κουάκερους, Στρατὸ τῆς Σωτηρίας, νεοπροτεστάντες, πεντηκοστιανούς, free Churches κόκ); Ἡ ἀνεπίτρεπτη αὐτὴ ἔλλειψη προσδιορισμοῦ καὶ συνεπακόλουθα ἡ γενικότητα καὶ ἡ ἀσάφεια στὴ διατύπωση αὐτὴ καθιστᾶ συνολικὰ τὸ κείμενο ἰδιαίτερα προβληματικό. Εἶναι ὅμως ἐπιτρεπτὸ σὲ τέτοιου εἴδους ἐπίσημα κείμενα οἱ συντάκτες του νὰ μὴν τολμοῦν νὰ διατυπώσουν μὲ σαφήνεια τὴν ἐκκλησιολογία πού πρεσβεύουν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντάσσονται κείμενα ποὺ θὰ ἀποτελέσουν πανορθόδοξες ἀποφάσεις ὑψίστου ἐπιπέδου καὶ νὰ παρουσιάζουν τόσες ἀσάφειες, ἀντιφάσεις καὶ διφορούμενες ἐκφράσεις ποὺ ἐπιδέχονται πολλαπλὲς ἑρμηνεῖες καὶ παρερμηνεῖες; Δὲν θὰ ἔπρεπε τὰ κείμενα αὐτά, τὰ ὁποία πρόκειται στὸ μέλλον νὰ ἀποτελέσουν δογματικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νὰ ἔχουν μία κρυστάλλινη καθαρότητα καὶ διαύγεια νοημάτων καὶ μία θεολογικὴ πληρότητα, ὥστε νὰ ἀποκλείουν κάθε ἐνδεχόμενο παρερμηνείας;

Στὴν  πάρ. 12 ἀναφέρεται: «Εἶναι εὐνόητον ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν θεολογικῶν Διαλόγων κοινὸς πάντων σκοπὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῆ ὀρθῆ πίστει  καὶ ἀγάπη ἑνότητος». Ὡστόσο ἡ ὀρθὴ πίστις δὲν εἶναι κάτι τὸ ζητούμενο, ἀλλὰ δεδομένο καὶ ὑφίσταται μόνο στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ἑπομένως ἡ ὀρθὴ διατύπωση θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι: «Εἶναι εὐνόητον ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν θεολογικῶν Διαλόγων κοινὸς πάντων σκοπὸς εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ἑτεροδόξων στὴν  Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία».

Πουθενὰ ὅμως στὸ κείμενο δὲν ὑπάρχει πρόσκληση σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὴν  Ὀρθοδοξία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ἡ αἵρεση καὶ ἡ ὀρθὴ πίστις ἀντιμετωπίζονται ἐπὶ ἴσοις ὄροις καὶ ὅτι τὸ ζητούμενο γιὰ τοὺς συντάκτες τοῦ κείμενου εἶναι ὄχι ἡ ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἀλλὰ μία  οἰκουμενιστικοῦ, ἢ οὐνιτικοῦ τύπου ἑνότητα τῶν «ἐκκλησιῶν». 
  
Θεολογικὴ σύγχυση προκαλεῖ καὶ ἡ ἀσάφεια στὸ ἄρθρο 20, τὸ ὁποῖο λέγει: «Αἱ προοπτικαὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπὶ τὴ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β  καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν Συνόδων)». Ὅμως οἱ Ἱεροὶ Κανόνες Β-7 καὶ Στ-95 δὲν ἀναφέρονται στοὺς «θεολογικοὺς διαλόγους», ἢ στὴν «ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας» ὁρισμένων Κοινοτήτων μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὸν τρόπο  ἔνταξης στὴν Ἐκκλησία, (μὲ τὴ χρήση τῆς ἀκρίβειας, ἢ τῆς οἰκονομίας), μεμονωμένων αἱρετικῶν, ποὺ μετανοημένοι ἀρνοῦνται τὴν αἵρεση καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ φύγουν ἀπ’ αὐτή, ἐντασσόμενοι στὴν Ὀρθοδοξία. Τὸ κείμενο τοῦ Στ-95 (καὶ τοῦ Β-7) εἶναι ἀπολύτως σαφές: «Τοὺς προστιθεμένους τὴ ὀρθοδοξία, καὶ τὴ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν τὲ καὶ συνήθειαν», καὶ πιὸ κάτω, «πάντας τοὺς ἂπ  αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τὴ ὀρθοδοξία».«μερὶς τῶν σωζομένων» ταυτίζεται μὲ τὴν «Ὀρθοδοξία» καὶ διαφοροποιεῖται καὶ ἀντιδιαστέλλεται ὀξέως πρὸς αὐτὴ «τῶν αἱρετικῶν»! Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ αἱρετικοὶ πρὶν ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθοδοξία, ὅσο βρίσκονταν στὴν αἵρεση, δὲν ἀνῆκαν στὴ «μερίδα τῶν σωζομένων»! Δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία, ἀκόμα καὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς κανόνες ποὺ ἐκφράζουν τὴν φιλάνθρωπη κατ’ οἰκονομία πράξη της, διακηρύσσει ὅτι ἡ «μερίδα τῶν σωζομένων» ταυτίζεται μὲ «τὴν ὀρθοδοξία» καὶ ὄχι μὲ τοὺς «αἱρετικούς». Δυστυχῶς, τὸ κείμενο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπικαλεῖται αὐτοὺς τοὺς Ι. Κανόνες, ἐν τούτοις πουθενὰ δὲν χαρακτηρίζει, ὅπως εἴδαμε, τὶς ἐκτός της Ὀρθοδοξίας Κοινότητες ὡς «αἱρέσεις».

Πέραν αὐτῶν ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ μελέτη τῶν Ι. Κανόνων ποὺ ἐπικαλεῖται ἡ παραγρ. 20 τοῦ Κειμένου, (Β-7 καὶ Στ-95), τὸ μοναδικὸ κριτήριο γιὰ τὴ χορήγηση τῆς οἰκονομίας στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν ποὺ ἔχει ρητὰ καταγραφεῖ στοὺς συγκεκριμένους Ι. Κανόνες, εἶναι, τουλάχιστον, ἡ τήρηση τοῦ ἀκριβοῦς βαπτιστικοῦ τύπου τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Εἶναι σαφεῖς οἱ κανόνες: στοὺς Εὐνομιανούς, μία ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς παρατάξεις, δὲν χορηγεῖται ὁ κατ’ οἰκονομίαν τρόπος εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία (λίβελος, χρίσμα) ποὺ παρέχεται στοὺς λοιποὺς Ἀρειανούς, διότι, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ κανόνες Β-7 καὶ Στ-95, οἱ Εὐνομιανοὶ εἶναι «οἱ εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζόμενοι». Ἡ Ἐκκλησία δίνει πολὺ μεγάλη σημασία στὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν τριῶν καταδύσεων. Τὸ καθοριστικὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σημερινὴ πράξη εἶναι: Γιὰ τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἐν Τριδέντω Σύνοδό τους (1545-1563) δὲν τηροῦν ὄχι μόνο τὴν τριπλῆ, ἀλλὰ οὔτε καν τὴ μία κατάδυση τῶν Εὐνομιανῶν, καὶ ἁπλῶς βρέχουν τὸ τριχωτὸ μέρος τῆς κεφαλῆς μὲ λίγες σταγόνες νερό, μποροῦμε νὰ ἐπικαλούμαστε τοὺς Β-7 καὶ Στ-95 γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε σήμερα ὡς γενικὸ κανόνα ἐφαρμοζόμενο σὲ ὅλους τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη γιὰ τὴν εἰσδοχή τους στὴν Ὀρθοδοξία;

Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ἀπὸ τὰ παρὰ πάνω ὅτι οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, προκειμένου νὰ υἱοθετήσουν τὴν ἐγκυρότητα τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν καὶ νὰ νομοθετήσουν ἔτσι ὡς δόγμα τὴν θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας» κατ’ ἀπομίμηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, περικόπτουν ὅ,τι δὲν τοὺς βολεύει ἀπὸ τοὺς Ι. Κανόνες Β-7 καὶ Στ-95  καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ “τραβάνε” γιὰ νὰ τὸ φέρουν στὰ μέτρα τους: πχ. α) ἐπειδὴ ἡ κατ’ ἀκρίβεια πράξη τοῦ (ἀνὰ)βαπτισμοῦ ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Β-7 καὶ Στ-95  γιὰ τοὺς προσερχόμενους ἀπὸ τὶς περισσότερες αἱρέσεις δὲν τοὺς ἐξυπηρετεῖ, τὴν παραθεωροῦν ἐντελῶς, οὔτε καν τὴν ἀναφέρουν. β) Ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες ἡ τριπλή κατάδυση στὸ βάπτισμα εἶναι βασικὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν βολεύει στοὺς οἰκουμενιστικοὺς σχεδιασμούς, σιωποῦν τελείως. γ) Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ μὲ τὶς ἄλλες βασικὲς προϋποθέσεις ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομίας, τὴν ἀπόταξη τῶν αἱρέσεων, τὴν καταδίκη τῶν αἱρεσιαρχῶν καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ συνόλου τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως καὶ διδασκαλίας. Καὶ ἐδῶ τὶς προϋποθέσεις αὐτὲς τὶς περιφρονοῦν.  δ) Οἱ κανόνες μιλᾶνε γιὰ «αἱρέσεις»,  ὅμως τέτοια ὁρολογία εἶναι “ξένη” στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ, ὅποτε τὴν “περικόπτουν”. ε) «Ξεχειλώνουν» τὴν οἰκονομία, ὅπως καὶ ὅσο τοὺς βολεύει, γιὰ νὰ τὴ χρησιμοποιήσουν ἐκεῖ ὅπου οὐδέποτε μέχρι σήμερα τὴν ἀξιοποίησε ἡ Θεολογία καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας!

Τέλος, στὸ ἄρθρο 22 δίδεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος προδικάζει τὸ ἀλάθητο τῶν ἀποφάσεών της, ἐπειδὴ θεωρεῖ, ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διὰ τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τὴ Ἐκκλησία ἀπετέλει τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴν περὶ τῶν θεμάτων τῆς πίστεως». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ παραγνωρίζεται τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔσχατο κριτήριο εἶναι ἡ γρηγοροῦσα δογματικὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς  Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία στὸ παρελθὸν ἐπεκύρωσε, ἢ θεώρησε ληστρικὲς ἀκόμη καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Τὸ συνοδικὸ σύστημα ἀπὸ μόνο τοῦ δὲν διασφαλίζει μηχανιστικὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Αὐτὸ γίνεται μόνο, ὅταν οἱ συνοδικοὶ Ἐπίσκοποι ἔχουν μέσα τοὺς ἐνεργοποιημένο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν Ὑποστατικὴ Ὁδό, τὸ Χριστὸ δηλαδή, ὅποτε ὡς σὺν-ὁδικοὶ εἶναι στὴν πράξη καὶ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ἐπίσης, ὅτι ὁ «συνοδικὸς Θεσμὸς» δὲν εἶναι ὑπόθεση μόνο τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ ὁλοκλήρου του Σώματος τῆς Ἐκκλησίας: οἱ λοιποὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ μπορεῖ νὰ μὴν ἀνήκουν στὸ ἐν στενὴ ἐννοία συνοδικὸ «Σῶμα», ἐν τούτοις, ἀκριβῶς στὰ πλαίσια τοῦ «συνοδικοῦ θεσμοῦ», καλοῦνται νὰ ἐπικυρώσουν, ἢ νὰ ἀπορρίψουν τὶς ἀποφάσεις καὶ συνεκδοχικὰ ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴ Σύνοδο. Αὐτὸ ἔχει ἀποδείξει ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. «συνοδικὸς θεσμὸς» ὡς συμμετοχὴ ὁλόκληρής της Ἐκκλησίας καὶ ὡς ἔκφραση τῆς ἀλάθητης ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως Τῆς ἀποτελεῖ τὸν «ἔσχατο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως».


Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης προσδιορίζει τὰ κριτήρια ὀρθοδοξίας τῆς Συνόδου:«Σύνοδος τοίνυν οὐ τὸ ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τὲ καὶ ἱερεῖς, καν πολλοὶ ὦσιν. Κρείσσων γὰρ εἰς ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἢ μύριοι παραβαίνοντες,  ἀλλὰ τὸ ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν  τὴ εἰρήνη καὶ φυλακὴ τῶν κανόνων». Σὲ ἐπιβεβαίωση τοῦ Στουδιτικοῦ λόγου ἔχουμε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πάμπολλες περιπτώσεις ἁπλῶν πιστῶν καὶ μεμονομένων ἁγίων Πατέρων ποὺ ἀγωνίστηκαν μόνοι τους ἐναντίον πατριαρχῶν καὶ ψευτοσυνόδων! Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος ὡς ἁπλὸς μοναχός,  ἀγωνίστηκε μόνος του μέχρι θανάτου ὑπὲρ τῆς «γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως». Τί νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικό,ὁ ὁποῖος ἦρθε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἀλλοτριωμένο «συνοδικὸ σύστημα» τῆς ἐποχῆς του καὶ ἀρνήθηκε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Γραικολατίνους «Ὀρθοδόξους», τὸν πατριάρχη Κων/πόλεως καὶ τοὺς ὁμόφρονές του ἐπισκόπους;

No comments:

Post a Comment