Sunday, April 10, 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Συνέντευξη του Καθηγητή κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Ἀνάγκη προσευχῆς
______

Προσωπικά, θά ἐπιθυμοῦσα ἡ πληροφόρηση αὐτή νά ὁδηγήσει ὅλους μας σέ καθημερινή, ταπεινή, ἐν μετανοίᾳ προσευχή, ὥστε νά μή διασαλευθεῖ ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι δεδομένη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅπως εἴπαμε σέ προηγούμενη ἐκπομπή, ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένη ἄνωθεν, δέν τήν κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά τήν ἀπολαμβάνουμε, μετέχουμε ἤ δέν μετέχουμε στήν ἑνότητα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπόθεση τοῦ Χριστοῦ, ὑπόθεση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καθένας, ὁ ὁποῖος μετέχει στό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργῶς, αὐτός εἶναι ἑνωμένος στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, στήν Ἐκκλησία, εἶναι ὅλος ὁ Τριαδικός Θεός, τά ἑκατομμύρια καί τρισεκατομμύρια τῶν Ἀγγέλων καί ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαπρέψει στήν ἐπίγεια ζωή, τηρώντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ δοξασμένη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμεῖς συνιστοῦμε τήν στρατευμένη. Ἡ ἑνότητα, λοιπόν, εἶναι δεδομένη. Τό «ἵνα ὦσιν ἕν», πού εἶναι ἡ Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, ἔχει τό νόημα, νά μᾶς καλέσει, πολύ συγκεκριμένα σέ ἑνότητα, διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Του, ὄχι διά τῆς ἁπλῆς ἀποδοχῆς μιᾶς διδασκαλίας. Ἀλλά μέ τρόπο μυστηριακό, χαρισματικό, νά γίνουμε ἕνα μέ τόν Τριαδικό Θεό καί ὅλους αὐτούς τούς Ἁγίους, διά τῆς Ἐκκλησίας. Κι αὐτό θά γίνει, ὅταν τηροῦμε τίς ἐντολές καί μετέχουμε ἐνεργά καί ἀκατάκριτα στά θεουργά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί εἰδικότερα στό Μυστήριο τῆς Μετανοίας, τῆς Ἐξομολογήσεως καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ὅταν μετέχουμε ἐνεργά καί εἶναι ἐνεργό ἐν ἡμῖν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, δέν μπορεῖ παρά νά φωτίσει καί νά συγκρατήσει αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται μέ τρόπο ἀθέμιτο μέσα στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας -τό λέω ἀθέμιτο, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν τηροῦνται οἱ προδιαγραφές τῶν Συνόδων, πού γνωρίζουμε-, ὥστε νά τούς φωτίσει. Καί θά τούς φωτίσει σίγουρα, γιατί ὡς Ἐπίσκοποι εἶναι εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ, μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχουν καί οἱ ἴδιοι αὐτό τό πνεῦμα τῆς μετανοίας, διότι «ταπεινοῖς δίδωσι χάριν» ὁ Θεός, μᾶς διαβεβαίωσε ὁ Χριστός. Κατά συνέπεια, ζητᾶμε αὐτό τό πρᾶγμα, νά γίνει οἰκεῖο καί σ’ αὐτούς, πού θά ἐκφραστοῦν θεσμικά. Ἀλλά, ἡ προσευχή μας εἰσακούεται ἀπό τόν Θεό μόνον, ὅταν εἶναι ἔμπονη, ὅπως μᾶς ἔλεγε χαρακτηριστικά καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος. Γιά νά γίνει, ὅμως, ἔμπονη, πρέπει νά τοποθετηθοῦμε ἐμεῖς μέ ἔμπονη ἀγάπη στήν θέση αὐτῶν τῶν Ἱεραρχῶν, πού καλοῦνται νά ἐκφράσουν τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Νά εὐχηθοῦμε λοιπόν μέ πόνο, ἐπειδή οἱ ἀποφάσεις πού καλοῦνται αὐτοί νά πάρουν, θά ἀφοροῦν ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Νά εὐχόμαστε, ὅμως, καί γιά τούς ἐπερχομένους στό μέλλον Ἱεράρχες, νά εἶναι πραγματικά ἡ φωνή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά ἀναπαύουν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Καί αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει, ἄν δέν βγάλουμε τά μπάζα, πού ἔχουμε μέσα μας. Καί τά μπάζα βγαίνουνε διά τῆς μετανοίας, μέ τήν αὐτοεπίγνωση δηλαδή, τήν ὁποία δίδει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, πού τό ζητᾶμε. Καί, ἐφ’ ὅσον τό ζητᾶμε ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀνεπάρκειάς μας καί βρεθοῦμε σ’ αὐτήν τήν διαδικασία, πού εἶπα προηγουμένως, τῆς μετανοίας, τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς συνειδητῆς μετοχῆς μας στό μυστήριο τῆς ζωῆς καί τῆς ἑνότητας, πού εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, τότε θά ἔχουμε καί τόν ἀναμενόμενο καρπό.

Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Χριστός εἶπε, πώς ὁ Ἀντίχριστος θά ἔρθει, ὅταν θά τό θελήσουν οἱ ἄνθρωποι, γιατί εἶπε: «ἐγώ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καί οὐ λαμβάνετέ με· ἐάν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήμψεσθε» (Ἰω. 5, 43). Αὐτό τί σημαίνει; Ὅτι δέν θά ἔρθει, ἄν δέν τόν θέλετε. Τί σχέση ἔχει αὐτό, πού λέω, στήν προκειμένη περίπτωση; Ἔχει τήν ἑξῆς σχέση: Ἄν οἱ καρδιές μας δέν θέλουν τά ἀλλότρια, ἀλλά θέλουν τήν ἁγιοπνευματική κατάθεση στήν Ἐκκλησία, αὐτές οἱ καρδιές πού τό θέλουν, θά συνεργήσουν, ὥστε ὁ Θεός νά ἀλλάξει τά πράγματα. Αὐτή τή στιγμή θεωρῶ ὅτι ὑπάρχει μιά σκοτοδίνη. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος μιλῶ γιά σκοτοδίνη. Γιατί ἕνας νοῦς καθαρός δέν μπορεῖ νά εἰσηγεῖται αὐτά τά πράγματα, πού διαβάζουμε σέ ὁρισμένα Κείμενα πρός συζήτηση καί ψήφιση ἀπό τή μέλλουσα Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Θά πρέπει νά γνωρίζουμε μέ κάθε σαφήνεια, ὅτι δέν μποροῦμε νά πηγαίνουμε καλά στήν ἐν Χριστῷ ζωή μας, ὅταν σφάλλουμε σέ δογματικά ζητήματα. Τό θέμα αὐτό εἶναι δογματικό. Δέν μποροῦμε νά σφάλλουμε στό δογματικό θέμα καί νά ἔχουμε, κατά τά ἄλλα, τήν ψευδαίσθηση, ὅτι ἔχουμε ἤ ὅτι μποροῦμε νά ἔχουμε ἁγιοπνευματική ζωή. Δέν γίνονται συμβιβασμοί στά δόγματα. Τό ὀρθό δόγμα συμπυκνώνει καί προσδιορίζει τήν ἁγιοπνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητά μας λοιπόν κινδυνεύει, ὅταν πρακτικῶς δέν εἴμαστε «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι». Καί τότε εἶναι, πού ἔχουμε πρακτικῶς ἔπαρση, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὅποια ταπεινολογία μας. Εἴμαστε ταπεινοί πραγματικά, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τόνο τῆς φωνῆς μας, ὅταν πραγματικῶς εἴμαστε «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι». Ὅταν, δηλαδή, ψηφίζουμε πράγματα, πού δέν εἶναι «ἑπόμενα τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», μέ ὅποια ἥπια καί γλυκιά φωνή κι ἄν λέγεται αὐτό τό πρᾶγμα, εἶναι ἕπαρση, εἶναι πνεῦμα ἀλαζονείας, εἶναι πνεῦμα τοῦ πονηροῦ καί δέν εἶναι τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτό, ἄς τό προσέξουμε, γιατί δέν ἀφορᾶ μόνον αὐτούς, πού θά ἀποφασίσουν, ἀλλά καί ἐμᾶς προσωπικά. Γιατί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα, πού ἔχει μέλη συνδεόμενα ὀργανικά μεταξύ τους. Ὅταν πάσχει τό ἕνα μέλος, συμπάσχουν τά ἄλλα. Δέν μποροῦμε δηλαδή ἐμεῖς δίκην μιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ἐπισκόπου μας, παραδείγματος χάριν, νά ἐκπροσωπηθοῦμε ἐκεῖ ἀδιαφορώντας γιά τό πρᾶγμα, πῶς ἔχει, πῶς πραγματώνεται. Ἄν ἔχουμε πραγματικά σχέση ἑνότητας στό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἄν κυριαρχεῖ δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἄν «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν» ἐνεργῶς, τότε θά πονᾶμε, τότε δέν θά μποροῦμε νά κοιμηθοῦμε κάποιες ὧρες, γιατί αὐτό εἶναι πρόβλημα ἔτσι, ὅπως ἐμφανίζεται μπροστά μας.

Καί οἱ Πατέρες μας, γιατί αὐτοί εἶναι οἱ  Ἐπίσκοποί μας, βρίσκονται σέ ἐξαιρετικά δύσκολη θέση. Δέν ἐξετάζω ἐγώ τίς ὅποιες προϋποθέσεις κ.τ.λ. Ἡ πραγματικότητα εἶναι αὐτή. Καί ἡ πραγματικότητα αὐτή εἶναι πολύ δύσκολη. Ἐμεῖς μποροῦμε νά ἐνισχύσουμε στό μέτρο, πού ἡ προσευχή μας θά ἀκούγεται. Καί θά ἀκούγεται ἡ προσευχή μας, ὅταν θά ἔχουμε αὐτήν τήν μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς μας, ὅτι ἀναπαύεται ἐν ἡμῖν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ὅταν ἔχουμε δηλαδή πνεῦμα ἡγεμονικό, πνεῦμα εὐθές ἐντός μας, ὥστε καί ἐκεῖ νά ἐκφρασθεῖ αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Τότε μόνο μποροῦμε νά ἐνεργοῦμε προσευχητικά σωστά ὑπέρ τοῦ κοινοῦ σώματος, δηλαδή μέ τρόπο θεραπευτικό.

Ὁπότε σέ τελευταῖα ἀνάλυση, γιά νά κλείσω, ἄν δέν μπορεῖ νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκληση τῆς Συνόδου καί γίνει αὐτή, τελικῶς παρά ταῦτα, ἐμεῖς θά προσευχόμαστε καί θά εὐχόμαστε νά κυριαρχήσει ἡ Χάρη τῆς Ἐκκλησίας Αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτιμήθη μέ τό ἀνεκτίμητο αἷμα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεανθρώπου. Δέν μπορεῖ νά ἀφήσει ὁ Χριστός τήν Ἐκκλησία Του. Πρός στιγμή ὅμως, αὐτό νά τό προσέξουμε, μπορεῖ νά συμβεῖ, ἄν οἱ καρδιές μας δέν ἐκζητοῦν τόν Χριστό. Ἄν δέν ἔχουμε πόθο γι’ αὐτήν τήν ἑνότητα μαζί Του ἐμεῖς, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄλλοι οἱ βαπτισμένοι, πολύ περισσότερο οἱ Ἱεράρχες μας, μπορεῖ νά βρεθοῦμε σέ ἐκκλησιαστική δοκιμασία.

Ἑπομένως, μπορεῖ νά ἀποτραπεῖ ἡ ὅποια ληστρική, θά λέγαμε, καί ἄκυρη, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπόφαση. Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία δέν κινδυνεύει μέ ὅσα λέμε ἐμεῖς, οὔτε βεβαίως, μέ ὅσα λέμε, πᾶμε νά σώσουμε τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη, πού μᾶς σώζει, ἐξαιτίας τῆς κεφαλῆς Της καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλά πρέπει νά ἀναλάβουμε καί ἐμεῖς τίς εὐθύνες μας. Μήν ποῦμε π.χ. μετά ἀπό τόσα, πού  λέχθηκαν: «ἄ, ὡραῖα πράγματα εἶναι αὐτά» καί ρίξουμε πέτρα ἀναθέματος σέ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν διαχειρίστηκαν ἤ δέν διαχειρίζονται καλά τήν ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέλη καί μάλιστα τετιμημένα ἱεραρχικῶς, μέσα σέ αὐτό τό Σῶμα. Πρέπει ἡ προσευχή μας νά ἀρχίζει ἀπό ἐκεῖ, ἄν θέλετε, γιατί αὐτούς ἔβαλε ὁ Χριστός ποιμένες μας. Καί γνωρίζει ὁ Χριστός, γιατί ἔβαλε αὐτούς, κατά τήν καρδία μας, νά εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι, ὡς ποιμένες. Μποροῦμε, ὅμως, νά ἀλλάξουμε τά πράγματα, ὅπως τά ἄλλαζαν οἱ ἀληθινοί Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔμπαιναν μπροστά στήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Θυμηθεῖτε τόν Προφήτη Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος μέ τήν στάση του καί τήν προσευχή του ζητοῦσε τήν ἀλλαγή τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ καί γινόταν. Ὁ ἀληθινός Προφήτης στήν Ἐκκλησία, πού στή θέση του -κατά κάποιο τρόπο- μποροῦμε νά εἴμαστε καί μεῖς, σέ κάποιο βαθμό, ἀκόμη καί ὅταν ξέρει τήν ἀρνητική ἐκδοχή μιᾶς ὑποθέσεως, κάτι, δηλαδή, πού τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὅτι θά γίνει, θά Τοῦ ζητήσει νά μήν γίνει. Κι ἄν Τοῦ ζητήσουμε ἐμεῖς μέ πόνο ἀγάπης γιά τούς ἄλλους, θά τό ἀναστείλει ὁ Θεός αὐτό τό πρᾶγμα, ὅπως τό ἔκανε στήν Νινευή, ὅπως τό ἔκανε ἱστορικά καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἁγία Γραφή.

Καί μέ αὐτό νά κλείσω, εὐχαριστώντας τούς ἀγαπητούς ἀκροατές, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τήν ὑπομονή νά μέ ἀκούσουν, γιατί ἔχω καταλάβει, ὅτι ἴσως ἔχω καταχραστεῖ τόν χρόνο σας. Ἀλλά εἶναι καί ὁ δικός μου ὁ καημός αὐτός, αὐτά πού μαθαίνω καί αὐτά πού ζῶ στόν χῶρο πού διακονῶ, νά περάσουν εὐρύτερα πρός τά ἔξω.

Καί ἐκφράζω γιά ἀκόμη μιά φορά τήν βαθειά μου εὐγνωμοσύνη καί τίς εὐχαριστίες μου: Πρῶτον στόν Τριαδικό Θεό, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε αὐτήν τήν εὐκαιρία, γιατί δέν ἦταν δική μου ἡ πρωτοβουλία. Δεύτερον, νά εὐχαριστήσω τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος στεγάζει ὅλην αὐτήν τήν δραστηριότητα καί ἐπειδή ἡ ἀγάπη του δέν κλείνεται μέσα στά γεωγραφικά ὅρια τῆς Μητροπόλεώς του καί, ὅπως πληροφοροῦμαι ἀπό τόν κόσμο, μέ τήν δορυφορική μάλιστα αὐτή σύνδεση, γίνονται ἀκουστά τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί ἡ δική μας συμβολή, στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας, ἀνά τήν ὑφήλιο. Καί χαιρόμαστε μέ τήν χαρά ἐκείνων, πού μᾶς πληροφοροῦν, ὅτι οἰκοδομοῦνται, χαίρονται καί περιμένουν νά ἀκούσουν αὐτές τίς ἐκπομπές.
Καί πάλι σᾶς εὐχαριστῶ καί σᾶς κ. Μαρκούδη, προσωπικά, γιά τόν κόπο σας, ἀλλά καί γιά τίς ἐρωτήσεις, οἱ ὁποῖες μέ προκάλεσαν καί ἐμένα, νά ἀναφερθῶ σέ πτυχές, τίς ὁποῖες δέν εἶχα σκεφθεῖ νωρίτερα, ἀλλά οἱ ὁποῖες ἤτανε πολύ σημαντικές καί θά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἀπό τό σεβαστό καί ἀγαπητό ἀκροατήριό μας.

Δημοσιογράφος: Νομίζω, κ. Καθηγητά, ὅτι οἱ εὐχαριστίες εἶναι ἀπό τήν δική μας πλευρά πρός ἐσᾶς, γιατί πραγματικά, αὐτές τίς ὧρες πού περάσαμε μαζί καί σᾶς ἀκούγαμε, μᾶς βοηθήσατε νά προσεγγίσουμε αὐτό τό σπουδαῖο θέμα. Καί νομίζω, ὅτι ὅλα ὅσα εἴπαμε, συμπυκνώνονται στίς τελευταῖες σας φράσεις, ὅτι θά πρέπει προσευχητικά καί ἐν μετανοίᾳ νά σταθοῦμε στόν Θεό μας μπροστά, καί νά ἐνεργοποιήσουμε αὐτό τό μεγάλο ὅπλο, τό ὁποῖο πραγματικά τό ἔχουμε ξεχάσει. Γιατί, ἀναμφίσβητητα, κατά τόν λαό οἱ ἄρχοντες καί οἱ πολιτικοί καί οἱ ἐκκλησιαστικοί. Καί ἐπειδή καί ἐμεῖς εἴμαστε πολύ ἀδιάφοροι καί μακρυά ἀπό τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, γι’ αὐτό βλέπουμε νά ἔρχονται τέτοια θέματα πρός συζήτηση καί νά ἐπηρεάζουν τήν ζωή μας καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά μᾶς δώσατε, νομίζω, τόν κανόνα, πού εἶναι καί τό μόνο ἀνίκητο ὅπλο πού ἔχουμε.

Καθηγητής: Γιά νά πῶ καί τήν τελευταία λέξη, ἐπειδή αὐτή ἡ Σύνοδος γίνεται γιά τήν ὁρατή ἔκφραση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρός Θεοῦ, μήν δημιουργηθεῖ σέ κανέναν ἡ ἐντύπωση, ὅτι αὐτή ἡ ἑνότητα τώρα ἐνδεχομένως χαλκεύεται ἤ σφυρηλατεῖται, καί ὅτι εἶναι ἕνα πρᾶγμα ζητούμενο σέ ἔκδοση Προτεσταντικοῦ ἤ Δυτικοῦ τύπου. Εἶναι δεδομένη ὀντολογικῶς ἡ ἑνότητα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, μέ τήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς εἶπα, ἄλλωστε, τήν δοξασμένη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας καί τήν δική μας ἔνταξη σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα. Ἀλλά ἡ ἑνότητα αὐτή εἶναι καί σέ μᾶς ζητουμένη, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἐλεύθερης βιώσεώς της. Αὐτή ἡ ἐλεύθερη βίωση εἶναι ὁ ἀγώνας μας, αὐτή εἶναι ἡ κλήση μας, ὥστε νά φανερωθεῖ αὐτή ἡ ἄκτιστη δόξα, ἡ ὁποία μᾶς κάνει ἕνα πνεῦμα.

Βεβαίως, ἔχει τεράστια σημασία, ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, ἡ δογματική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, νά εἶναι ξεκάθαρη, γιατί αὐτή εἶναι τό σημεῖο ἀναφορᾶς καί νοηματοδότησης καί κρίσεως τῆς ποιότητος τῆς ἴδιας μας τῆς ζωῆς. Ἄρα, πρῶτα ἀξιολογικά εἶναι τό δόγμα καί ἡ βίωσή του. Ὅλα μποροῦνε νά μᾶς τά πάρουνε,  τήν ἑνότητά μας ὅμως μέ τόν Χριστό δέν μπορεῖ νά μᾶς τήν πάρει κανένας, ἔστω κι ἄν κάνει κιμά τό σῶμα μας. Τήν ψυχή μας δέν μπορεῖ νά μᾶς τήν χωρίσει ἀπό τόν Χριστό. Κι αὐτό εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν εἶναι κατόρθωμα ἤ ἐπιτυχία ἑνός φορέα, ἔστω καί ἐκκλησιαστικοῦ,  ὅπως εἶναι στήν προκειμένη περίπτωση μία συνοδική ἔκφραση. Λοιπόν δέν χρειάζεται νά ὑπάρχει αὐτός ὁ φόβος.

Δημοσιογράφος: Μ’ αὐτό λοιπόν τό ἀγωνιστικό φρόνημα, μ’ αὐτήν τήν πίστη καί τήν πεποίθηση στό δόγμα μας, πού γιά μᾶς εἶναι ἡ Ὑποστατική Ἀλήθεια, ὅπως μᾶς τήν περιγράψατε, σᾶς εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ καί ἐλπίζω νά ἔχουμε τήν εὐκαιρία νά τά ξαναποῦμε, ὄχι τόσο ἐπειδή πάλι θά ἔχουμε ἀπορίες, πού σίγουρα θά ἔχουμε, γι’ αὐτήν τήν Σύνοδο, ἀλλά κυρίως γιά νά ἀντλήσουμε πληροφορία, ἐνημέρωση καί οὐσιαστική γνώση γιά θέματα, πού ἅπτονται τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς μας. Κ. Καθηγητά, σᾶς εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ.

Καθηγητής: Παρακαλῶ. Ὁ Θεός νά δώσει.


Δημοσιογράφος: Ἀμήν.

No comments:

Post a Comment